Η άσκηση των αστυνομικών καθηκόντων και η διερεύνηση ενδεχόμενων πειθαρχικών ευθυνών

Η δημόσια σφαίρα πρόσφατα με αφορμή τις ενέργειες αστυνομικών στην πλατεία Νέας Σμύρνης έγινε πεδίο «μάχης» μεταξύ των υποστηρικτών της άποψης ότι κάθε ενέργεια καταστολής από όργανα της ΕΛ.ΑΣ. είναι παράνομη και αυτών που υποστηρίζουν ότι κάθε προσπάθεια να διερευνηθούν οι σχετικές ευθύνες συνιστά μείωση του «αξιόμαχου» των σωμάτων ασφαλείας. Το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη προσπάθησε να μετατοπίσει τη συζήτηση στις πρωτοβουλίες που έχει αναλάβει για τη βελτίωση των υφιστάμενων μηχανισμών διερεύνησης καταγγελιών για την αστυνομική βία, ενώ οι επικριτές της κυβερνητικής πολιτικής εστίασαν σε συγκεκριμένα περιστατικά όπως αυτά καταγράφηκαν από κάμερες ηλεκτρονικών συσκευών που ανήκουν σε ιδιώτες.

Η όποια συζήτηση εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, γίνεται με όρους «ή εμείς ή αυτοί».  Με αυτό τον τρόπο κάθε μια πλευρά εστιάζει σε ότι θεωρεί ως το δυνατό της σημείο χωρίς να γίνεται μια ουσιαστική συζήτηση για το θέμα, η οποία θα επιχειρούσε να αναδείξει τις αδυναμίες του υφιστάμενου συστήματος πειθαρχικών ελέγχων που οδηγεί πολλές φορές στην ατιμωρησία  των αστυνομικών. Η έλλειψη δε ουσιαστικής συζήτησης φαίνεται να βολεύει και τις δύο πλευρές, καθώς η μια πλευρά μπορεί να επικαλείται τις πρωτοβουλίες που έχει αναλάβει για τη βελτίωση των σχετικών διαδικασιών, χωρίς να αξιολογείται η δυνατότητα των πρωτοβουλιών να αλλάξουν πραγματικά τους “κανόνες του παιχνιδιού”, η δε άλλη πλευρά μπορεί να συνεχίσει να καταγγέλλει οποιαδήποτε ενέργεια της αστυνομίας ως άσκηση αστυνομικής βίας. Έτσι όμως διαιωνίζεται το πρόβλημα και το πιθανότερο είναι η ανάληψη των σχετικών πρωτοβουλιών που έχουν εξαγγελθεί να μην οδηγήσει σε θεαματικά αποτελέσματα ως προς την αποτελεσματικότητα της διερεύνησης των καταγγελιών.

Η ιδιαιτερότητα της διερεύνησης των καταγγελιών που αφορούν άσκηση αστυνομικής βίας είναι ότι βασίζεται αποκλειστικά στις μαρτυρίες των εμπλεκομένων. Ακόμη και εάν η αρμοδιότητα των πειθαρχικών ελέγχων ανατεθεί σε ένα ανεξάρτητο όργανο, κάτι το οποίο δε συμβαίνει σήμερα καθώς  η διερεύνηση των σχετικών καταγγελιών δεν έχει περάσει στην αρμοδιότητα του Συνηγόρου του Πολίτη, αλλά παραμένει στην αστυνομία (ο Σ.τ.Π έχει μόνο την αρμοδιότητα παρακολούθησης της διαδικασίας διερεύνησης των καταγγελιών από την αστυνομία), η όποια έρευνα θα επικεντρωθεί  υποχρεωτικά στη νομιμότητα των ενεργειών των αστυνομικών, με βάση την οποία και θα κριθεί το αποτέλεσμα της έρευνας. Αν οι ενέργειες των αστυνομικών είναι νόμιμες τότε το αποτέλεσμα της έρευνας θα είναι η απαλλαγή των αστυνομικών. Η κρίση όμως επί της νομιμότητας αυτών των ενεργειών βασίζεται μόνο στις μαρτυρίες των εμπλεκομένων για τα συγκεκριμένα γεγονότα. Η άσκηση της βίας από αστυνομικούς είναι το τελικό αποτέλεσμα μιας αλυσίδας ενεργειών οι οποίες ξεκινούν από την αρχική εντολή των αστυνομικών προς πολίτες να συμμορφωθούν σε μια διαταγή. Αν δε συμμορφωθούν διαπράττουν το αδίκημα της απείθειας [αρθ 169 ΠΚ ]και συνεπώς νομίμως μπορεί να διαταχθεί η σύλληψη τους και εάν αντισταθούν αφενός μεν η άσκηση βίας εκ μέρους των αστυνομικών για τη σύλληψη τους να θεωρείται νόμιμη, αφετέρου δε οι πολίτες διαπράττουν ένα ακόμη αδίκημα, αυτό της αντίστασης κατά της αρχής [αρθ 167 ΠΚ]. Το μόνο που θα μπορούσε να ελεγχθεί είναι η ενδεχόμενη υπέρβαση ως προς τη χρήση της βίας που είναι αναγκαία για τη σύλληψη [αρθ 278 ΚΠοιν Δικ] και πάλι όμως η υπέρβαση θα κριθεί από το βαθμό αντίστασης του πολίτη, η οποία μπορεί να αξιολογηθεί με βάση τις μαρτυρίες. 

Χωρίς δυνατότητα μιας ουσιαστικής εξέτασης των γεγονότων η οποία δε θα βασίζεται αποκλειστικά στις μαρτυρίες των αστυνομικών, οποιαδήποτε έρευνα θα είναι ετεροβαρής υπέρ της αστυνομίας. Ο νομικός χαρακτηρισμός των γεγονότων εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τις μαρτυρίες των εμπλεκομένων και το βάρος απόδειξης κάθε μαρτυρίας αξιολογείται από αυτόν που διεξάγει την έρευνα (δηλαδή την αστυνομία)  χωρίς η κρίση του σχετικά με το βάρος απόδειξης να μπορεί να ελεγχθεί ουσιαστικά. Ο μόνος τρόπος για να ελεγχθεί η ειλικρίνεια των δηλώσεων όσων εξαγγέλλουν την πρόθεση τους να ελεγχθεί ουσιαστικά το φαινόμενο της αστυνομικής βίας είναι να ξεκινήσει επιτέλους μια ουσιαστική συζήτηση για τα κενά που παρουσιάζει το υφιστάμενο σύστημα ως προς την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών της κάθε υπόθεσης αστυνομικής βίας και ως προς τη δυνατότητα χρήσης και άλλων αποδεικτικών μέσων πέρα από τις μαρτυρικές καταθέσεις. Διαφορετικά οι αντιδράσεις των συνδικαλιστών της ΕΛ.ΑΣ θα καθορίζουν την πολιτική ατζέντα του Υπουργείου ΠΡΟ.ΠΟ σε αυτό το ζήτημα, και κάθε εξαγγελθείσα αλλαγή αποτελεί εγγύηση ότι τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει ουσιαστικά και ότι τα επόμενα χρόνια θα συζητούμε ξανά τα ίδια ζητήματα. Το να ακολουθήσει  η πολιτική ηγεσία την πεπατημένη είναι μια από τις διαθέσιμες επιλογές, η οποία έχει αποβεί εξαιρετικά επωφελής για την πολιτική επιβίωση όσων την ακολούθησαν. Ας είναι ξεκάθαρη όμως για να κριθεί ως τέτοια και όχι ως κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι. 

Ο ΑΔΙΟΡΘΩΤΟΣ/HOPELESS CASE”   

To Newsletter του Propago

Λάβετε την ανάλυση της ημέρας στο email σας