Τα εγκληματικά νέα (crime news) αποτελούν προϊόν μιας σύνθετης επικοινωνιακής διαδικασίας, η οποία περιλαμβάνει την επιλογή, την αξιολόγηση και τη δημοσιογραφική αναπαράσταση της εγκληματικής πραγματικότητας. Η διαδικασία αυτή διαμορφώνεται μέσα από τις «ειδησεογραφικές αξίες» (news values), δηλαδή τα κριτήρια βάσει των οποίων τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης επιλέγουν ποιες εγκληματικές υποθέσεις θα αναδειχθούν, ποια στοιχεία τους θα προβληθούν, πώς θα ιεραρχηθούν στη δημοσιογραφική ατζέντα και, κατ’ επέκταση, ποια θέση θα καταλάβουν μεταξύ των θεμάτων που απασχολούν την επικαιρότητα.
Η επιλογή αυτή δεν βασίζεται αποκλειστικά στη σοβαρότητα ή στη νομική βαρύτητα ενός εγκλήματος, αλλά κυρίως σε εκείνα τα χαρακτηριστικά που αυξάνουν τη δημοσιογραφική του «αξία», προσελκύουν το ενδιαφέρον του κοινού και συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας ισχυρής ειδησεογραφικής αφήγησης.
Ιδιαίτερα αυξημένη προβολή λαμβάνουν τα εγκλήματα κατά της ζωής και κατά της γενετήσιας ελευθερίας. Στο πλαίσιο αυτό, υποθέσεις με θύματα ανήλικα άτομα ή πρόσωπα που διαθέτουν υψηλή κοινωνική, επαγγελματική ή δημόσια αναγνωρισιμότητα μετατρέπονται ευκολότερα σε κυρίαρχα μιντιακά γεγονότα. Όταν, μάλιστα, τα εγκλήματα αυτά έχουν διαπραχθεί με ιδιαίτερη βιαιότητα ή περιλαμβάνουν στοιχεία όπως το ανθρώπινο δράμα, η συναισθηματική φόρτιση, η διακινδύνευση, η μοναδικότητα, το απρόβλεπτο ή/και η ύπαρξη μυστηρίου και αβεβαιότητας ως προς τις ακριβείς συνθήκες τέλεσης του εγκλήματος, το κίνητρο ή την εξέλιξη της έρευνας, είναι πιθανότερο να τύχουν εκτεταμένης και παρατεταμένης δημοσιογραφικής κάλυψης.
Αντίθετα, μορφές εγκληματικότητας όπως οικονομικά εγκλήματα, εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος και άλλες σύνθετες μορφές παραβατικότητας, παρά τις σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές τους συνέπειες, δεν λαμβάνουν αντίστοιχη δημοσιότητα. Ως αποτέλεσμα, η εικόνα που διαμορφώνει το κοινό για την εγκληματικότητα δεν αντανακλά πάντοτε την πραγματική έκταση ή τη βαρύτητα των διαφορετικών μορφών εγκληματικότητας. Συνεπώς, η δημοσιογραφική κάλυψη του εγκλήματος διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνικής αντίληψης για το έγκλημα και το εγκληματικό φαινόμενο.
Οι παραπάνω επισημάνσεις αναδεικνύονται χαρακτηριστικά στην πρόσφατη υπόθεση ανθρωποκτονίας γνωστού ποινικολόγου, η οποία αποτέλεσε ένα από τα εγκληματικά γεγονότα που συγκέντρωσαν μεγάλο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Η έκταση της κάλυψης δεν οφείλεται μόνο στη σοβαρότητα της εγκληματικής πράξης, αλλά και στη συνύπαρξη πολλών μιντιακών αξιών.
Η υπόθεση απέκτησε ιδιαίτερη ειδησεογραφική αξία λόγω της αναγνωρισιμότητας του θύματος, της επαγγελματικής και κοινωνικής του θέσης, της έντονης κοινωνικής φόρτισης που δημιούργησε το γεγονός, αλλά και των εξελίξεων που αναμένονται κατά τη διάρκεια της αστυνομικής και δικαστικής διερεύνησης. Παράλληλα, η εκτεταμένη αναφορά σε προσωπικά και οικογενειακά στοιχεία συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός προσωποκεντρικού μιντιακού αφηγήματος, το οποίο με τη σειρά του οδηγεί σε στοιχεία δραματοποίησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις η βαρύτητα μετατοπίζεται από το έγκλημα και τις σημαντικές πτυχές του στην προσωπική ιστορία και το ανθρώπινο δράμα, στοιχείο που λειτουργεί σε βάρος της βαθύτερης ενημέρωσης του κοινού για το εγκληματικό φαινόμενο.
Συνεπώς, η συγκεκριμένη εγκληματική υπόθεση αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα εφαρμογής των «ειδησεογραφικών αξιών», αφού συγκέντρωσε στοιχεία που, σύμφωνα με τη θεωρία της ειδησεογραφικής επιλογής, καθιστούν ένα γεγονός «άξιο να προβληθεί μιντιακά» (newsworthy story, όπως ορίζεται η έννοια στην αγγλοσαξονική βιβλιογραφία).
Ειδικότερα, η υπόθεση συνδυάζει ένα ιδιαίτερα σοβαρό έγκλημα κατά της ζωής με την παρουσία ενός προσώπου υψηλής αναγνωρισιμότητας στον νομικό χώρο και στη δημόσια ζωή. Οι βασικές μιντιακές αξίες που αναδεικνύονται στη συγκεκριμένη περίπτωση και σε ανάλογες υποθέσεις με παρεμφερή χαρακτηριστικά είναι οι ακόλουθες:
α) Η προσωποποίηση (personalisation)
Με βάση αυτή την αρχή, η δημοσιογραφική κάλυψη επικεντρώνεται στα εμπλεκόμενα πρόσωπα, εν προκειμένω στο πρόσωπο του θύματος, στην επαγγελματική και κοινωνική παρουσία του, αλλά και σε επιμέρους στοιχεία της προσωπικής του ζωής. Η προσέγγιση αυτή καθιστά την είδηση περισσότερο οικεία και συναισθηματικά προσιτή στο κοινό.
Ωστόσο, η υπερβολική εστίαση στην προσωπική διάσταση μιας υπόθεσης μπορεί να οδηγήσει σε αποκάλυψη πληροφοριών και ανούσιων λεπτομερειών που όχι μόνο δεν είναι απαραίτητες για την κατανόηση του εγκλήματος, αλλά ενδέχεται να παραβιάζουν τα όρια της ιδιωτικής ζωής και να απομακρύνουν το ενδιαφέρον από την ουσία της υπόθεσης προς τη δημόσια έκθεση των εμπλεκομένων προσώπων. Παράλληλα, αυτή η πρακτική ενδέχεται να αποπροσανατολίσει το κοινό από τις ευρύτερες εγκληματολογικές, ποινικές και κοινωνικές διαστάσεις μιας τόσο σοβαρής υπόθεσης.
β) Το κύρος και η κοινωνική θέση του θύματος (elite people)
Η ιδιότητα του θύματος ως γνωστού ποινικολόγου, η επαγγελματική και κοινωνική του καταξίωση, καθώς και η δημόσια παρουσία και αναγνωρισιμότητά του αποτέλεσαν παράγοντες που αύξησαν την ειδησεογραφική αξία της υπόθεσης.
Μέσα από την ανάλυση αντίστοιχων περιπτώσεων διαπιστώνεται ότι η κοινωνική και επαγγελματική θέση ενός θύματος εγκληματικής ενέργειας μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο τα Μέσα αξιολογούν τη σημασία του γεγονότος και συχνά συνδέεται με εκτεταμένη δημοσιογραφική προβολή.
γ) Η δραματοποίηση (dramatization)
Η φύση της ανθρωποκτονίας, οι συνθήκες τέλεσής της και η μεγάλη συναισθηματική φόρτιση που μπορεί να προκαλέσει στην κοινή γνώμη δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια ιδιαίτερα δραματοποιημένη παρουσίαση. Η δραματοποίηση αποτελεί μία από τις κυρίαρχες ειδησεογραφικές πρακτικές μέσω των οποίων ένα γεγονός αποκτά μεγαλύτερη ορατότητα και συναισθηματική ένταση.
Ωστόσο, όταν η δραματοποίηση υπερβαίνει το πλαίσιο της ενημέρωσης και μετατρέπει το έγκλημα αποκλειστικά σε θέαμα, υπάρχει ο κίνδυνος το κοινό να παρακολουθεί μια τόσο σοβαρή υπόθεση περισσότερο ως μορφή ψυχαγωγικού αφηγήματος, σαν να παρακολουθεί δηλαδή μια ταινία θρίλερ ή μια αστυνομική σειρά σε συνέχειες, αντί ως ένα σύνθετο κοινωνικό, εγκληματολογικό και νομικό φαινόμενο. Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να διαμορφωθούν απλουστευμένες ή στρεβλές αντιλήψεις για το έγκλημα και το εγκληματικό φαινόμενο και, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να συμβάλει στη δημιουργία φαινομένων ηθικού πανικού (moral panic).
Η έννοια του ηθικού πανικού εισήχθη και αναλύθηκε συστηματικά από τον κοινωνιολόγο και εγκληματολόγο StanleyCohen στο έργο του Folk Devils and Moral Panics: The Creation of the Mods and Rockers, το οποίο δημοσιεύθηκε αρχικά το 1972 και επανεκδόθηκε μεταγενέστερα, μεταξύ άλλων από τον εκδοτικό οίκο Routledge το 2011. Σύμφωνα με τον Cohen, ηθικός πανικός είναι η κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο, μια ομάδα προσώπων ή ένα γεγονός ορίζεται ως απειλή για τις αξίες και τα συμφέροντα της κοινωνίας. Η απειλή αυτή παρουσιάζεται με τυποποιημένο και στερεοτυπικό τρόπο από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, προκαλεί μεγάλη κοινωνική ανησυχία και οδηγεί σε αντιδράσεις από τις Αρχές, τους πολιτικούς και άλλους φορείς κοινωνικού ελέγχου, οι οποίες συχνά είναι δυσανάλογες σε σχέση με τον πραγματικό κίνδυνο. Ως αποτέλεσμα, μπορεί να διαμορφωθεί ένα κλίμα υπερβολικού κοινωνικού φόβου απέναντι στην υποτιθέμενη απειλή (Cohen, 2011).
δ) Το απρόβλεπτο (unexpectedness)
Οι απρόβλεπτες εξελίξεις σε μια υπόθεση, η εμφάνιση νέων στοιχείων και η δημοσιοποίηση πρόσθετων πληροφοριών ενισχύουν το ενδιαφέρον των Μέσων Ενημέρωσης και του κοινού. Παράλληλα, η αναμονή για την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας δημιουργεί μια διαρκή ειδησεογραφική ροή, καθώς κάθε νέο στοιχείο μπορεί να αποτελέσει αφορμή για νέα δημοσιογραφική κάλυψη.
ε) Η συνέχεια (continuity)
Μια υπόθεση μπορεί να διατηρηθεί στο επίκεντρο της επικαιρότητας, καθώς η σταδιακή εξέλιξη της αστυνομικής και δικαστικής διερεύνησης προσφέρει συνεχώς νέο υλικό προς δημοσιοποίηση. Η διαρκής αναπαραγωγή πληροφοριών ενισχύει τη διάρκεια της μιντιακής παρουσίας μιας υπόθεσης και συμβάλλει στη διατήρηση του ενδιαφέροντος του κοινού.
στ) Η εγγύτητα (proximity)
Το γεγονός ότι μια υπόθεση αφορά την ελληνική κοινωνία και ένα πρόσωπο γνωστό και προβεβλημένο στο εγχώριο κοινό, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενισχύει το ενδιαφέρον των ελληνικών ΜΜΕ και αυξάνει την κοινωνική απήχηση της είδησης. Η γεωγραφική και κοινωνική εγγύτητα, δηλαδή, αποτελεί σημαντικό παράγοντα που επηρεάζει την επιλογή και την προβολή ενός εγκληματικού γεγονότος.
ζ) Η δυνατότητα συναισθηματικής ταύτισης (emotional involvement)
Η αναφορά σε προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές πτυχές της ζωής του θύματος μπορεί να εντείνει τη συναισθηματική εμπλοκή του κοινού με την υπόθεση. Ωστόσο, η συγκεκριμένη διάσταση δημιουργεί έναν σοβαρό προβληματισμό σχετικά με τα όρια ανάμεσα στο δικαίωμα ενημέρωσης και στην υπερβολική έκθεση της ιδιωτικής ζωής.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά στη συγκεκριμένη θεματική και το ζήτημα της παρουσίας ανηλίκων σε εγκληματικές υποθέσεις. Σε πολλές περιπτώσεις ανθρωποκτονιών ή άλλων σοβαρών εγκλημάτων, όπως σεξουαλικών εγκλημάτων, τα παιδιά των θυμάτων ή των κατηγορουμένων μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο εκτενούς δημοσιογραφικής αναφοράς, παρόλο που δεν αποτελούν μέρος της δημόσιας συζήτησης από δική τους επιλογή.
Η αναφορά, όμως, σε οικογενειακές σχέσεις, προσωπικά στοιχεία, σχολικό περιβάλλον ή άλλες πληροφορίες μπορεί, ακόμη και χωρίς άμεση αποκάλυψη της ταυτότητας, να οδηγήσει σε έμμεση αναγνώριση και σε φαινόμενα δευτερογενούς θυματοποίησης των παιδιών των εμπλεκόμενων προσώπων. Ο δημοσιογραφικός κόσμος οφείλει να αναγνωρίζει ότι τα παιδιά δεν αποτελούν «στοιχεία μιας είδησης», αλλά πρόσωπα με αυτοτελή δικαιώματα και ανάγκη αυξημένης προστασίας.
Πρωτίστως στη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα, όπου οι πληροφορίες αναπαράγονται ταχύτατα και παραμένουν διαθέσιμες για μεγάλο χρονικό διάστημα, η δημοσιοποίηση λεπτομερειών που αφορούν ανηλίκους μπορεί να δημιουργήσει μακροχρόνιες συνέπειες για την προσωπική και κοινωνική τους ανάπτυξη. Για τον λόγο αυτό, η δημοσιογραφική προσέγγιση οφείλει να αποφεύγει την αποκάλυψη περιττών προσωπικών δεδομένων, τη δραματοποίηση του οικογενειακού πόνου και πρακτικές που ενδέχεται να επιβαρύνουν περαιτέρω ένα ήδη ευάλωτο παιδί, ιδιαίτερα σε κατάσταση πένθους.
Σύμφωνα, άλλωστε, με τις θεμελιώδεις αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας αλλά και με το άρθρο 3 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό κριτήριο σε κάθε δημόσια αναφορά που το αφορά.
Στόχος, στη νέα δημοσιογραφική εποχή, πρέπει να είναι η διαμόρφωση ενός τρόπου ενημέρωσης όπου η ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα του κοινού στην πληροφόρηση συνυπάρχουν με τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ιδιωτικής ζωής και των δικαιωμάτων των ευάλωτων προσώπων.
Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι οι σύγχρονες δημοσιογραφικές πρακτικές διεθνώς στρέφονται ολοένα περισσότερο προς την υιοθέτηση των αρχών της δημοσιογραφίας με επίγνωση του τραύματος (Trauma–InformedJournalism), μιας προσέγγισης που αναγνωρίζει τις επιπτώσεις του τραύματος στα θύματα, στους επιζώντες και στις οικογένειές τους, με ιδιαίτερη μέριμνα για τα παιδιά που εκτίθενται σε τραυματικά γεγονότα ή αποτελούν τα ίδια θύματα.
Στόχος της προσέγγισης αυτής είναι η ενημέρωση με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αποφεύγοντας τον επανατραυματισμό, τη δευτερογενή θυματοποίηση και την υπερβολική δραματοποίηση των γεγονότων.
Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η σύγχρονη δημοσιογραφία καλείται να αντιμετωπίσει μια σύνθετη πρόκληση: από τη μία πλευρά να εμβαθύνει σε σοβαρές υποθέσεις μεγάλου εγκληματολογικού και ποινικού ενδιαφέροντος, αναδεικνύοντας ουσιαστικά νομικά, κοινωνικά και εγκληματολογικά ζητήματα και από την άλλη πλευρά να αποφύγει την υπερβολική δραματοποίηση, την εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου πόνου και τη μετατροπή των εμπλεκομένων προσώπων σε αντικείμενα δημόσιας κατανάλωσης. Ακριβώς εδώ τίθεται ένα διαχρονικά επίκαιρο ερώτημα: ποια είναι τα όρια μεταξύ της δημοσιογραφικής έρευνας και του μιντιακού κανιβαλισμού;
Αναμφίβολα, η δημοσιογραφική έρευνα αποτελεί θεμελιώδη λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας, καθώς συμβάλλει στον δημόσιο έλεγχο, στην ενημέρωση των πολιτών και στην κατανόηση κοινωνικών φαινομένων, όπως το έγκλημα. Ωστόσο, η λειτουργία αυτή δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την υποχρέωση σεβασμού της ανθρώπινης αξίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ατόμων που εμπλέκονται σε μια ποινική υπόθεση.
Ο μιντιακός κανιβαλισμός εκδηλώνεται όταν μια υπόθεση μετατρέπεται αποκλειστικά σε θέαμα, όταν η ιδιωτική ζωή των θυμάτων, των οικογενειών ή ακόμη και των κατηγορουμένων τίθεται στο επίκεντρο υποκαθιστώντας την ουσιαστική πληροφόρηση, όταν η συναισθηματική φόρτιση υπερισχύει της ψύχραιμης παρουσίασης των γεγονότων και όταν η επιδίωξη τηλεθέασης, ακροαματικότητας, επισκεψιμότητας ή αυξημένης αλληλεπίδρασης οδηγεί σε πρακτικές που θίγουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.
Συνοψίζοντας, η δημοσιογραφία της νέας εποχής καλείται να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τα εγκληματικά γεγονότα. Η παρουσίαση μιας εγκληματικής υπόθεσης δεν μπορεί να περιορίζεται στη δημιουργία ενός θεάματος που καταναλώνεται από το κοινό, αλλά οφείλει να συμβάλλει στην κατανόηση του εγκλήματος ως κοινωνικού φαινομένου, στην ενημέρωση των πολιτών και στον ουσιαστικό δημόσιο διάλογο για ζητήματα πρόληψης, έγκαιρης παρέμβασης, δικαιοσύνης και κοινωνικής προστασίας.
Το βίντεο που παρουσίασα για το συγκεκριμένο θέμα: https://www.linkedin.com/posts/aggeliki-kardara-57b3b748_%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CE%AE-activity-7486766580693958656-fiIy?utm_source=share&utm_medium=member_desktop&rcm=ACoAAAoGkW8BTDea5MMex9Gk2lwcXfSEpFTCw1A & Έγκλημα & ΜΜΕ | Καρδαρά Αγγελική
Ενδεικτικά Προτεινόμενη Βιβλιογραφία
Θεολόγη, Β. (2011). Εγκληματικότητα και ΜΜΕ. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Πανούσης, Γ. (2008). Καθ’ υπερβολήν: Χρήσεις και καταχρήσεις. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Παπαθανασόπουλος, Σ. (2005). Η τηλεόραση στον 21ο αιώνα. Αθήνα: Καστανιώτης.
Bélair-Gagnon, V., Holton, A. E., Deuze, M., & Mellado, C. (Eds.). (2024). Happiness in journalism. London, England: Routledge.
Brighton, P., & Foy, D. (2007). News values. Thousand Oaks, CA: SAGE Publications.
Cohen, S. (2011). Folk devils and moral panics: The creation of the Mods and Rockers. London, England: Routledge.
Duncan, S. (2023). Ethics for journalists (3rd ed.). London, England: Routledge.
Jewkes, Y., & Linnemann, T. (2018). Media and crime in the U.S. Thousand Oaks, CA: SAGE Publications.
Martin, G. (2018). Crime, media and culture. Abingdon, Oxon, England: Routledge.
Storm, H. (2024). Mental health and wellbeing for journalists: A practical guide. London, England: Routledge.
Surette, R. (2015). Media, crime, and criminal justice: Images, realities, and policies (5th ed.). Boston, MA: Cengage Learning.
United Nations. (1989). Convention on the Rights of the Child. New York, NY: United Nations.