Το έγκλημα είναι συνυφασμένο με τις ανθρώπινες κοινωνίες. Τα εγκλήματα κατά της ζωής συγκλονίζουν διαχρονικά τις κοινωνίες. Οι «Φόνισσες» μέσα στους αιώνες δολοφονούν παιδιά και οι κοινωνίες καλούνται να διαχειριστούν το βίαιο έγκλημα και να προλάβουν τη διάπραξη τόσο αποτρόπαιων εγκλημάτων σε βάρος της ανηλικότητας. Με αυτά τα λόγια ξεκινώ το νέο μου βιβλίο, υπό τον τίτλο Εγκλήματα κατά της Ζωής και η Εγκληματική Δράση της Serial Killer «Φόνισσας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που κυκλοφορεί από τον Ιούνιο του 2025 από τις εκδόσεις Παπαζήση και στο οποίο επιχειρώ να αναδείξω τη διαχρονικότητα αιτιών και παραγόντων εγκληματικής δράσης γυναικών που έχουν διαπράξει βίαια εγκλήματα και παράλληλα να υπογραμμίσω τη σπουδαιότητα ενίσχυσης της πρόληψης και της έγκαιρης παρέμβασης σε υποθέσεις κατά τις οποίες ανήλικα άτομα βρίσκονται εκτεθειμένα σε πολλαπλούς κινδύνους μέσα στην οικογένειά τους, ακόμα και για χρόνια. Εστιάζω επίσης σε οξύτατα κοινωνικά ζητήματα, που σε πολλές περιπτώσεις διαπιστώνουμε ότι έχουν άμεση σχέση με το έγκλημα και το εγκληματικό φαινόμενο.
Στο παρόν άρθρο αντικείμενο διερεύνησης αποτελούν εγκλήματα κατά παιδιών και η σκιαγράφηση του ψυχο-εγκληματικού προφίλ γυναικών που σκοτώνουν βρέφη και παιδιά. Θα ξεκινήσω με μια σημαντική επισήμανση στην οποία καταλήγει η διεθνής έρευνα, σύμφωνα με την οποία, σε υποθέσεις εγκλημάτων σε βάρος μικρών παιδιών, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο δράστης να είναι ο γονέας ή ο πατριός ή η μητριά του θύματος. Είναι αξιοσημείωτο, αλλά αποτελεί μια σκληρή πραγματικότητα, ότι ο ακριβής αριθμός των παιδιών που έχουν χάσει τη ζωή τους από τα χέρια των γονέων τους -σε διεθνές επίπεδο- δεν είναι γνωστός, είτε λόγω λανθασμένων ιατροδικαστικών πορισμάτων με τους θανάτους να έχουν αποδοθεί σε παθολογικά ή τυχαία αίτια, είτε επειδή οι δράστες/οι δράστιδες έχουν «ξεφορτωθεί» τα άψυχα σώματα, ιδίως νεογνών, τα οποία δεν έχουν βρεθεί ποτέ. Ως εκ τούτου το έγκλημα δεν έχει αποκαλυφθεί και έτσι δεν έχει διερευνηθεί και δεν έχει διαλευκανθεί. Συνεπώς, απαιτείται πολύ μεγάλη προσοχή κατά τη διερεύνηση μιας υπόθεσης θανάτου ανηλίκου, ειδικά όταν υπάρχει υποψία για άσκηση ενδοοικογενειακής βίας στο πλαίσιο της οικογένειας.
Στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα το έγκλημα της παιδοκτονίας έχει τα εξής ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: πρώτον αφορά μόνο γυναίκες δράστιδες και όχι άντρες και δεύτερον περιορίζεται σε μια πολύ συγκεκριμένη χρονική περίοδο διάπραξής του. Σε διαφορετική περίπτωση θα αναφερθούμε στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας. Ειδικότερα, το Άρθρο 303 ΠΚ[1] ορίζει τα εξής:
- Μητέρα που με πρόθεση σκότωσε το παιδί της κατά ή μετά τον τοκετό, αλλά ενώ εξακολουθούσε ακόμη η διατάραξη του οργανισμού της από αυτόν, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη.
Το έγκλημα της παιδοκτονίας επισύρει μικρότερη ποινή από το έγκλημα της ανθρωποκτονίας με δόλο:
• Η ποινική μεταχείριση του συγκεκριμένου εγκλήματος είναι επιεικέστερη, γιατί ο νομοθέτης έχει προβλέψει ότι ο οργανισμός της μητέρας μπορεί να τελεί υπό διατάραξη κατά την κρίσιμη στιγμή του «περάσματος στην εγκληματική πράξη». Πρόκειται σαφώς για μια σημαντική παράμετρο του θέματος, η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε σε κοινωνικό ούτε σε νομικό επίπεδο.
Στην αγγλοσαξονική βιβλιογραφία καταγράφονται τρεις διαφορετικοί όροι για να περιγράψουν το έγκλημα της «παιδοκτονίας». Πρόκειται για τους ακόλουθους όρους:
• Ο όρος «filicide» αναφέρεται στη δολοφονία του παιδιού -είτε γιου, είτε κόρης- από τον γονέα του. Εδώ γίνεται η περαιτέρω διάκριση ανάμεσα σε «maternal» και «paternal» filicide, δηλαδή τη δολοφονία παιδιού που διαπράττεται από τη μητέρα του και τη δολοφονία παιδιού που διαπράττεται από τον πατέρα του, αντίστοιχα.
• Ο όρος «infanticide» αναφέρεται στη βρεφοκτονία και πιο συγκεκριμένα στη δολοφονία του μωρού κάτω του ενός έτους, καθώς «infants» είναι τα μωρά από 2 μηνών έως 1 έτος. Οι μητέρες που διαπράττουν βρεφοκτονία είναι συχνά νέες γυναίκες με ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες ή με μια εκτός γάμου εγκυμοσύνη και χωρίς πρόσβαση σε προγεννητική φροντίδα. Σύμφωνα με την ανασκόπηση του Resnick στη διεθνή ψυχιατρική βιβλιογραφία, οι μητέρες δράστιδες εμφανίζουν συχνά κατάθλιψη, ψύχωση, ιστορικό ψυχιατρικής θεραπείας και αυτοκτονικές σκέψεις.
• Τέλος, ο όρος «neonaticide» αναφέρεται ειδικά στο έγκλημα κατά
των νεογέννητων, καθώς «neonate» ή αλλιώς «newborn» είναι το
μωρό που μόλις έχει γεννηθεί και μέχρι τεσσάρων εβδομάδων.
Ειδικότερα, ο όρος «νεογνοκτονία» (θανάτωση νεογνού) επινοήθηκε από τον Resnick για να περιγράψει τη δολοφονία βρέφους μέσα στις πρώτες 24 ώρες της ζωής του. Σχεδόν όλες οι δολοφονίες νεογνών διαπράττονται από μητέρες. Στο σημείο αυτό βέβαια να αναφέρουμε ότι μπορεί η μητέρα να έχει και τη «βοήθεια» ενός άλλου προσώπου, όπως της δικής της μητέρας και γιαγιάς του νεογνού ή κάποιου άλλου προσώπου για να «απαλλαγούν» από το ανεπιθύμητο βρέφος. Σε αντίστοιχες υποθέσεις που έχουν απασχολήσει τα ελληνικά εγκληματολογικά και ποινικά χρονικά η μητέρα κατηγορείται για το έγκλημα της παιδοκτονίας, ενώ η γιαγιά για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας που επισύρει βαρύτερη ποινή σε σχέση με το έγκλημα της παιδοκτονίας, καθώς μπορεί να επισύρει ακόμα και την ισόβια κάθειρξη.
Στο σημείο αυτό διαπιστώνεται ότι η εγκληματολογική έρευνα σε διεθνές επίπεδο έχει αρκετές κατηγοριοποιήσεις για να προσδιορίσει την πράξη της δολοφονίας του παιδιού, του μωρού και του βρέφους, από τον γονέα ή από τους γονείς του.
Η παιδοκτονία ως ακραία πράξη βίας:
• Η παιδοκτονία συνιστά μια ακραία πράξη βίας, με μια σειρά παραγόντων, κοινωνικών, ψυχολογικών, ψυχιατρικών και βιολογικών, να διαδραματίζουν τον δικό τους αρνητικό ρόλο ως προς την τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος.
• Σύμφωνα με διεθνείς έρευνες η δολοφονία των νεογέννητων (neonaticide) αποδίδεται, σε ένα μεγάλο ποσοστό, σε ψυχοκοινωνικούς παράγοντες και πιο συγκεκριμένα στην επιθυμία της μητέρας να «απαλλαγεί» από το μωρό μόλις αυτό γεννηθεί, εξαιτίας φόβου ή ντροπής.
Ερμηνείες εγκλήματος παιδοκτονίας:
- Τόσο τα ψυχοδυναμικά, όσο και τα ψυχιατρικά μοντέλα δίνουν έμφαση στις «διαταραχές του νου» που προκαλούνται στη μητέρα εξαιτίας της γέννησης του παιδιού. Συγκεκριμένα, βάσει του βιολογικού μοντέλου η μητέρα μπορεί να παρομοιαστεί με ένα δοχείο μέσα στο οποίο ρέουν ανεξέλεγκτα ορμόνες οι οποίες την ωθούν πολλές φορές σε παραβατική δράση.
- Ωστόσο, η διάπραξη ενός τόσο σοβαρού εγκλήματος, όπως είναι η παιδοκτονία, δεν αποδίδεται μόνο στις ορμονικές διαταραχές της γυναίκας.
- Από ψυχολογική πλευρά η γυναίκα παιδοκτόνος αντί να στραφεί κατά του εαυτού της ή σε βάρος του προσώπου που της προκαλεί πραγματικό πόνο (π.χ. στη μητέρα της, στον σύντροφό της κλπ.), κατευθύνεται προς τη ναρκισσιστική της προέκταση που είναι το παιδί της.
- Υπό αυτή την έννοια η λειτουργία της δολοφονίας του παιδιού αντιστοιχεί φαντασιακά, μέσα από τη λειτουργία του καθρέπτη, με τη λειτουργία της αυτοκτονίας.
- Σκοτώνοντας το κακό κομμάτι του εαυτού της, όπως αυτό προβάλλεται στο παιδί, η μητέρα ανακουφίζεσαι περιστασιακά από τις αρνητικές πλευρές της προσωπικότητάς της, την ύπαρξη των οποίων αρνείται να δεχτεί.
Όπως επισημαίνει ο ψυχολόγος, ψυχαναλυτικός-ψυχοθεραπευτής, λέκτορας Ανοικτού Πανεπιστημίου της Βρετανίας, Δρ. Θεόδωρος Παπαγαθονίκου στο άρθρο του υπό τον τίτλο «Η αδιαχώριστη φύση της αγάπης και του μίσους»[2], το οποίο έχει αποτελέσει αντικείμενο διερεύνησης της γράφουσας στο πλαίσιο της αρθρογραφίας της[3] : «Η πρώτη μεγάλη τραγωδία του ανθρώπου, κατά την άποψή μου, είναι η κατάρρευση της παντοδυναμίας του. Όταν το βρέφος έρχεται στον κόσμο και ιδιαίτερα κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του αισθάνεται παντοδύναμο: όταν πεινάει έρχεται κάποιος και το ταΐζει, όταν κρυώνει το σκεπάζει και ούτω καθεξής. Το βρέφος, ωστόσο, δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι υπάρχει ένα πρόσωπο πέραν του εαυτού του που το φροντίζει, αλλά όλα αυτά γίνονται με έναν ‘μαγικό’ τρόπο καθώς τα προκαλεί το ίδιο. Σταδιακά όμως, το βρέφος αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι υπάρχει ένα πρόσωπο έξω από αυτό που καλύπτει τις ανάγκες του κι αν το πρόσωπο αυτό σταματήσει να το φροντίζει, τότε αυτό θα πεθάνει. Σε αυτό το χρονικό σημείο δημιουργείται και το άγχος θανάτου/αφανισμού».
Ιδιαίτερη έμφαση αξίζει να δοθεί και στον επίλογο του εν λόγω άρθρου, σύμφωνα με τον οποίο: «Η ‘ψυχική ανεξαρτησία’ είναι μύθευμα και ψυχολογικά αδύνατη. Φιλοσοφικά, θα όριζα την ανεξαρτησία ως την ικανότητα ανοχής της σχετικής εξάρτησης προς ένα άλλο πρόσωπο. Συνεπώς, προορισμένοι να εξαρτόμαστε, να μισούμε και να αγαπάμε πρέπει να καταφέρουμε, αυτό που πριν πολλές δεκαετίες ειπώθηκε από κάποια ψυχαναλύτρια: να αγαπάμε χωρίς να καταστρέφουμε».
Αυτή ακριβώς η αδιαχώριστη φύση μεταξύ αγάπης και μίσους φέρνει συνειρμικά στο μυαλό μας την παιδοκτόνο μητέρα και φωτίζει περισσότερο την αδυναμία της να διαχειριστεί τα έντονα συναισθήματα που την κατακλύζουν και κυρίως το συναίσθημα του να αγαπά χωρίς να καταστρέφει. Εδώ οδηγούμαστε σε ένα ακόμα συμπέρασμα καθοριστικής σημασίας, που σχετίζεται με την αναγκαιότητα του να μάθουμε από πολύ μικρές ηλικίες να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας, να τα εκφράζουμε μέσα από την εποικοδομητική επικοινωνία και να αγαπάμε χωρίς να γινόμαστε καταστροφικοί/ες για τον εαυτό μας ή/και για τρίτα πρόσωπα.
Το έγκλημα της παιδοκτονίας & η κοινωνιολογική του προσέγγιση
- Το έγκλημα της παιδοκτονίας δεν σχετίζεται μόνο με ζητήματα ψυχικής υγείας, αλλά όπως διαπιστώνεται έχει άμεση συνάρτηση με τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες ζωής. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές υποθέσεις που μας έχουν απασχολήσει ερευνητικά η γυναίκα παιδοκτόνος ζούσε σε ένα περιβάλλον με πολλές δυσλειτουργίες, με οξύτατα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, πολύ «φτωχό» σε ερεθίσματα αλλά και σε ενημέρωση για τόσο σοβαρά ζητήματα. Αυτά τα στοιχεία σαφώς διαδραματίζουν έναν καθοριστικό ρόλο, διότι σε ένα περιβάλλον με καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και με την αναγκαία ευαισθητοποίηση και των υπολοίπων μελών της οικογένειας, η γυναίκα θα μπορούσε πιο εύκολα να παρακινηθεί να λάβει την απαιτούμενη κοινωνική, ψυχολογική, ψυχιατρική υποστήριξη -όπου κρίνεται απαραίτητο- και με αυτό τον τρόπο να προστατευθεί ασφαλώς και το βρέφος της.
- Υπό το πρίσμα της κοινωνιολογίας επομένως πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, όπως η φτώχια, η ανεργία και ο αποκλεισμός δύναται να επιδράσουν δυσμενώς στην ψυχοσύνθεση μιας γυναίκας που ταυτόχρονα είναι και μητέρα[4]. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι σε ένα άλλο περιβάλλον, χωρίς τόσο σοβαρές δυσλειτουργίες, δεν μπορεί να διαπραχθεί το έγκλημα της παιδοκτονίας, αλλά σίγουρα οι κοινωνικές συνθήκες αποτελούν, όπως άλλωστε διαπιστώνουμε και από την ανάλυση υποθέσεων που μας έχουν απασχολήσει, έναν επιβαρυντικό παράγοντα. Γι’ αυτό άλλωστε υπογραμμίζουμε την αναγκαιότητα και τη σπουδαιότητα ενίσχυσης της πρόληψης και της έγκαιρης παρέμβασης σε δυσλειτουργικά περιβάλλοντα στα οποία η ανηλικότητα είναι εκτεθειμένη σε πολλαπλά προβλήματα και σε απειλητικούς για τη ζωή τους κινδύνους.
- Ας εξετάσουμε στο σημείο αυτό τις επιστημονικές τοποθετήσεις των ειδικών, που μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα το φαινόμενο, με τις σύνθετες πτυχές και διαστάσεις του. Σύμφωνα με τον Faulk ο κύριος παράγων που οδηγεί στη διάπραξη παιδοκτονιών (80% των περιπτώσεων) είναι ψυχοκοινωνικός, με τη μητέρα να επιχειρεί να «απαλλαγεί» από το μωρό μόλις αυτό γεννηθεί εξαιτίας φόβου ή ντροπής. Σύμφωνα με τον Resnick[5] πολλές περιπτώσεις δολοφονιών παιδιών είναι α) το αποτέλεσμα σοβαρής ψύχωσης που συνοδεύεται από παραισθήσεις, β) το αποτέλεσμα μακρόχρονης κακοποίησης του παιδιού, γ) συνιστά «αλτρουιστική παιδοκτονία». Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι η χαρακτηριζόμενη ως «αλτρουιστική παιδοκτονία» συχνά συνδέεται με μια λανθάνουσα καταθλιπτική ασθένεια, ενώ κύριο χαρακτηριστικό της είναι η επιθυμία της γυναίκας να σκοτώσει το παιδί προκειμένου να το ανακουφίσει από πραγματικό ή εικονικό πόνο, όπως για παράδειγμα από κάποια ανίατη ή άλλη σοβαρή ασθένεια που αυτό αντιμετωπίζει. Σε άλλες περιπτώσεις το παιδί μπορεί να μην αντιμετωπίζει κάποια ασθένεια ή κάποιο άλλο σοβαρό πρόβλημα, αλλά η μητέρα εξαιτίας της δικής της επιβαρυμένης ψυχικής υγείας να φαντάζεται ότι το παιδί της υποφέρει. Τέλος, σε άλλες περιπτώσεις η μητέρα διογκώνει ένα υπαρκτό πρόβλημα στο μυαλό της σε τέτοιο βαθμό ώστε του δίνει υπερβολικές διαστάσεις και έτσι οδηγείται στο έγκλημα με σκοπό να «προστατεύσει» το παιδί της. Υποθέσεις με αυτά τα χαρακτηριστικά έχουν απασχολήσει την εγκληματολογική έρευνα και στη χώρα μας.
Κίνητρα εγκληματικής δράσης
Τα βασικά κίνητρα της παιδοκτονίας κατηγοριοποιούνται σε πέντε μεγάλες τυπολογίες[6]. Τονίζουμε ασφαλώς ότι κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται σε βάθος και να αναλύουμε τα ειδικά χαρακτηριστικά της, γιατί οι τυπολογίες δεν ακολουθούνται πάντα κατά γράμμα:
α) Αλτρουιστική παιδοκτονία (altruistic filicide): Η μητέρα σκοτώνει το παιδί της από «αγάπη», πιστεύοντας ότι έτσι το προστατεύει. Τα κίνητρά της σε αυτή την περίπτωση είναι «αγνά». Για παράδειγμα μια μητέρα με αυτοκτονικό ιδεασμό που δεν θέλει να αφήσει το παιδί της μόνο του σε έναν σκληρό και ανυπόφορο κόσμο ή μια μητέρα με ψύχωση που πιστεύει ότι το σώζει από κάποιο μεγάλο κακό που το απειλεί.
β) Παιδοκτονία που διαπράττεται σε συνθήκες οξείας ψυχωσικής διαταραχής (acutely psychoticfilicide): Η μητέρα, σε κατάσταση ψύχωσης ή παραληρήματος, σκοτώνει το παιδί της χωρίς κατανοητό κίνητρο. Για παράδειγμα υπακούοντας σε ψευδαισθήσεις που την «προστάζουν» να οδηγηθεί στο έγκλημα.
γ) Παιδοκτονία από κακομεταχείριση (fatal maltreatment filicide): Ο θάνατος προκύπτει από παρατεταμένη κακοποίηση ή παραμέληση και όχι ως άμεση πρόθεση. Εδώ περιλαμβάνεται και το Σύνδρομο Μινχάουζεν διά Αντιπροσώπου.
δ) Ανεπιθύμητο παιδί (unwanted child): Η μητέρα βλέπει το παιδί ως εμπόδιο και επιδιώκει την εξάλειψή του.
ε) Εκδίκηση προς τον σύντροφο (spouse revenge filicide): Η σπανιότερη μορφή, όπου η μητέρα σκοτώνει το παιδί της για να εκδικηθεί τον πατέρα του.
Άξιο προσοχής ότι σε αναπτυσσόμενες χώρες η προτίμηση προς τα αρσενικά βρέφη μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε φόνους με κριτήριο το φύλο. Σύμφωνα πάλι με το πολύ ενδιαφέρον άρθρο των Susan HattersFriedman και Phillip J Resnick, υπό τον τίτλο «Child murder by mothers: patterns and prevention»[7], μελέτες σε γενικό πληθυσμό έχουν δείξει ότι μητέρες που διέπραξαν το έγκλημα της παιδοκτονίας ήταν συχνά φτωχές, κοινωνικά απομονωμένες, υπεύθυνες για την πλήρη φροντίδα του παιδιού, θύματα ενδοοικογενειακής βίας ή με σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις τους. Οι μητέρες που κακοποιούσαν ή παραμελούσαν τα παιδιά έκαναν συχνά χρήση ουσιών. Πολλές από τις δράστιδες παρουσίαζαν ψύχωση, κατάθλιψη ή αυτοκτονικότητα.
Μελέτες σε σωφρονιστικό πληθυσμό έδειξαν ότι οι μητέρες ήταν συχνά άνεργες, άγαμες, θύματα κακοποίησης, με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και περιορισμένο κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο. Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρήθηκε χαμηλό επίπεδο νοημοσύνης, ενώ κάποιες από τις δράστιδες θεωρούσαν το παιδί-θύμα «μη φυσιολογικό». Η κατάθλιψη, η ψύχωση, η χρήση ουσιών, η αυτοκτονικότητα και το ιστορικό ψυχιατρικής φροντίδας ήταν επίσης συχνές. Πολλαπλοί στρεσογόνοι παράγοντες -οικονομικοί, κοινωνικοί, ιστορικό κακοποίησης, προβλήματα στη σχέση με τον σύντροφο- σε συνδυασμό με την ιδιότητα της μητέρας ως πρωτογενούς φροντίστριας και τη δυσκολία στη φροντίδα του παιδιού, ήταν επίσης συχνές συνιστώσες που καταγράφηκαν στις περιπτώσεις αυτές.
Οι μητέρες που διέπραξαν παιδοκτονία σε ψυχιατρικά δείγματα είχαν συχνά ιστορικό ψύχωσης, κατάθλιψης, αυτοκτονικότητας και προηγούμενης ψυχιατρικής φροντίδας. Η μέση ηλικία τους ήταν στα τέλη της δεκαετίας των 20. Ορισμένες διαγνώστηκαν με διαταραχές προσωπικότητας και κάποιες είχαν χαμηλό δείκτη νοημοσύνης. Συχνά καταγράφονταν σημαντικά στρεσογόνα γεγονότα στην πορεία της ζωής τους. Μελέτη σε μητέρες που κρίθηκαν αθώες λόγω ψυχικής ασθένειας σε δύο πολιτείες των ΗΠΑ έδειξε ότι οι δράστιδες ήταν συχνά καταθλιπτικές και παρουσίαζαν ακουστικές ψευδαισθήσεις, μερικές εκ των οποίων είχαν «προστακτικό χαρακτήρα», τις πρόσταζαν, δηλαδή, να οδηγηθούν στο έγκλημα. Περισσότερο από το ένα τρίτο των εγκλημάτων συνέβη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή μέσα στον πρώτο χρόνο μετά τον τοκετό. Σχεδόν όλες οι μητέρες είχαν αλτρουιστικά ή οξεία ψυχωσικά κίνητρα. Μια μικρής κλίμακας μελέτη στη Νέα Ζηλανδία, που διεξήγαγε συνεντεύξεις σε μητέρες μετά την παιδοκτονία, διαπίστωσε ότι οι μητέρες με ψύχωση που διέπραξαν παιδοκτονία συχνά σκότωναν αιφνίδια, χωρίς ιδιαίτερο σχεδιασμό, ενώ μητέρες με κατάθλιψη είχαν σκεφτεί να σκοτώσουν τα παιδιά τους για ημέρες ή και εβδομάδες πριν από το έγκλημα.
Παιδοκτονία και αυτοκτονία της μητέρας δράστιδος: Ένα σημαντικό ποσοστό (16–29%) των παιδοκτονιών, βάσει του προαναφερθέντος άρθρου, καταλήγει σε αυτοκτονία της μητέρας. Άλλες μητέρες που έχουν διαπράξει το έγκλημα της παιδοκτονίας προβαίνουν σε μη θανατηφόρες απόπειρες αυτοκτονίας. Όταν μητέρες με μικρά παιδιά αυτοκτονούν, περίπου το 5% αυτών σκοτώνουν επίσης τουλάχιστον ένα από τα παιδιά τους. Οι παιδοκτονίες που ακολουθούνται από τις αυτοκτονίες της μητέρας συνδέονται στενά με ψυχικές νόσους και συνήθως έχουν αλτρουιστικά κίνητρα. Παρόμοια με τα αποτελέσματα άλλων μελετών, αμερικανική μελέτη διαπίστωσε ότι οι δράστιδες παιδοκτονίας-αυτοκτονίας σκότωναν συχνότερα μεγαλύτερα παιδιά παρά βρέφη (η μέση ηλικία των παιδιών που δολοφονήθηκαν ήταν 6 έτη). Οι μητέρες αυτές συχνά παρουσίαζαν ενδείξεις κατάθλιψης ή ψύχωσης. Συχνά, αυτές οι μητέρες αφαιρούν τη ζωή όλων των μικρών παιδιών τους. Υψηλά ποσοστά παιδοκτόνων σκέψεων έχουν καταγραφεί σε γυναίκες με ψυχική νόσο. Μελέτη σε καταθλιπτικές μητέρες με παιδιά κάτω των 3 ετών (Jennings et al’s study) εντόπισε ότι το 41% είχε σκεφτεί να βλάψει το παιδί σε σύγκριση με το 7% των μητέρων της ομάδας ελέγχου. Μια παιδιατρική μελέτη σε μητέρες του γενικού πληθυσμού εντόπισε ότι το 70% των μητέρων με βρέφη που έπασχαν από κολικούς είχαν σαφείς επιθετικές σκέψεις προς τα βρέφη τους, ενώ πάνω από το ένα τέταρτο (26%) είχαν αναπτύξει σκέψεις παιδοκτονίας κατά τη διάρκεια των επεισοδίων κολικού. Πολύ σημαντικά επομένως -και αποκαλυπτικά θα προσθέσω- είναι τα στοιχεία που προκύπτουν από το άρθρο των Susan Hatters Friedman και Phillip J Resnick, τα οποία φωτίζουν σκοτεινές πτυχές εγκλημάτων σε βάρος παιδιών και καθιστούν εμφανή τη μεγάλη προσοχή που απαιτείται από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και από τους αρμόδιους φορείς και υπηρεσίες, ώστε να προλάβουμε τη διάπραξη ενός τόσο βίαιου εγκλήματος.
Θα ολοκληρώσω με ορισμένες διαπιστώσεις, στις οποίες οδηγήθηκα στο πρόσφατο βιβλίο μου κατά την ανάλυση της εγκληματικής δράσης της συγκλονιστικής μυθιστορηματικής μορφής της «Φόνισσας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του συσχετισμού της ακραίας υπόθεσής της με πραγματικές υποθέσεις γυναικείας εγκληματικότητας από τα ελληνικά και διεθνή εγκληματολογικά και ποινικά χρονικά.[8] Πιο συγκεκριμένα, εντόπισα συσχετισμούς με γυναίκες serial killers που έδρασαν σε βάρος παιδιών, με γυναίκες που δολοφόνησαν τα παιδιά τους ή άλλα αγαπημένα τους πρόσωπα -όπως τα εγγόνια τους- για να τα λυτρώσουν από μια βασανισμένη ζωή και, τέλος, με γυναίκες που προέβησαν στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας για ιδεοληπτικούς λόγους, καθώς προσεγγίζω τη «Φόνισσα» ως μια ιδεοληπτική πολυανθρωποκτόνο[9].
- Η πρώτη διαπίστωση αφορά στα χαμηλά ποσοστά της γυναικείας εγκληματικότητας για όλα τα είδη διαπραττόμενων αδικημάτων, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, τόσο στην παραδοσιακή όσο και στη σύγχρονη κοινωνία. Τα χαμηλά ποσοστά ωστόσο δεν σημαίνουν ότι η μελέτη του φαινομένου δεν είναι αναγκαία ή ότι δεν οφείλουμε ερευνητικά να παρακολουθούμε την εξέλιξη του φαινομένου με τις αλλαγές που καταγράφονται. Οι μικρές αλλά σταδιακές αυξήσεις των ποσοστών, όπως επίσης και οι γενικότερες αλλαγές στη φύση της γυναικείας εγκληματικότητας, με τη διευρυμένη συμμετοχή των γυναικών σε εγκλήματα που παραδοσιακά τελούνταν κατ’ αποκλειστικότητα ή κατά κανόνα από άντρες, μπαίνουν επίσης στο «μικροσκόπιο» της έρευνας.
- Η δεύτερη σημαντική διαπίστωση, που απορρέει από την ανάλυση των στοιχείων τα οποία αντλούνται από τις έρευνες και τις στατιστικές αποτυπώσεις του φαινομένου, είναι η κατάρριψη αρκετών μύθων, τόσο αφοριστικών όσο όμως και εξωραϊστικών, για το γυναικείο φύλο σε συσχετισμό με τα τελούμενα από αυτό εγκλήματα. Βάσει αυτών των μύθων, η γυναίκα που εγκληματεί συχνά παρουσιάζεται στα ΜΜΕ είτε σαν «ανθρωπόμορφο τέρας», είτε στον αντίποδα σαν ένα παρασυρμένο από τρίτα πρόσωπα ον, χωρίς τη δική της βούληση. Κατ’ αντιστοιχία, η παιδοκτόνος μητέρας παρουσιάζεται σαν η «ενσάρκωση του απόλυτου κακού». Ωστόσο, ο μύθος της «μητρικής τελειότητας», που έχει σε μεγάλο βαθμό αναπαραχθεί και από τα ΜΜΕ, δεν υπάρχει και κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται σε βάθος, να μελετώνται τα ειδικά χαρακτηριστικά της και όπως πολλές φορές τονίζω στο πλαίσιο των εκπαιδεύσεών μου να εστιάζουμε παράλληλα στις σοβαρές κοινωνικές διαστάσεις που συχνά λαμβάνει μια εγκληματική ενέργεια, καθώς έγκλημα και κοινωνία είναι δύο έννοιες αλληλένδετες μεταξύ τους και το φαινόμενο της εγκληματικότητας έχει άμεση συνάρτηση με κοινωνικά ζητήματα. Εάν συνεπώς μπορέσουμε φωτίζοντας τις κοινωνικές διαστάσεις ενός εγκλήματος να προλάβουμε τη διάπραξη άλλων εγκλημάτων με ίδια ή παρεμφερή χαρακτηριστικά, θα είναι πολύ σημαντικό.
- Μια τρίτη διαπίστωση αφορά στην αδυναμία να καταλήξουμε σε μια καθολικά αποδεκτή ερμηνεία για τη γένεση της γυναικείας εγκληματικότητας. Οι υπάρχουσες επιστημονικές θεωρίες σχετικά με τα αίτια και τους παράγοντες που ωθούν τις γυναίκες σε εγκληματική δράση, ξεκινώντας από τον Lombroso και τον Freud και φτάνοντας μέχρι τους σύγχρονους μελετητές, αν και σημαντικές για την πορεία της έρευνας, θεωρήθηκε από νεότερους μελετητές ότι διέπονται από αρκετές ελλείψεις και αδυναμίες. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι περισσότερες από αυτές έχουν υποστεί δριμεία κριτική. Επομένως, σήμερα θεωρείται επιτακτική η ανάγκη περαιτέρω έρευνας και ανάλυσης όχι μόνο των αιτιών που οδηγούν τις γυναίκες σε εγκληματική δράση αλλά και των ποικίλων εκφάνσεων που λαμβάνει τόσο η εγκληματικότητα με δράστιδες γυναίκες όσο και με δράστες άνδρες, οι οποίες δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς ή έχουν αγνοηθεί.
- Μια τέταρτη διαπίστωση αφορά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της γυναικείας εγκληματικότητας, η οποία στοχεύει κατά κύριο λόγο όπως αποδεικνύεται και από τις υποθέσεις που μας απασχολούν σε ερευνητικό επίπεδο, σε μέλη της οικογένειάς της. Το γεγονός αυτό έρχεται σε αντίθεση με την εγκληματικότητα των ανδρών, η οποία κατά κανόνα τελείται έξω από την οικογενειακή σφαίρα και κατευθύνεται σε άτομα που δεν ανήκουν στο στενό οικογενειακό περιβάλλον. Παράλληλα όμως αυξάνονται και τα εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας με δράστες άνδρες, τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς, έτσι ώστε μπορούμε να πούμε ότι οι άνδρες δράστες στοχεύουν τόσο σε μέλη εντός όσο και εκτός του στενού τους περιβάλλοντος, ενώ οι γυναίκες διαχρονικά στρέφονται περισσότερο σε βάρος μελών του στενού οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Αρκετοί μελετητές, προκειμένου να ερμηνεύσουν αυτήν τη διαφοροποίηση μεταξύ ανδρικής – γυναικείας εγκληματικότητας, στήριξαν τα επιχειρήματά τους στον περιορισμό-εγκλεισμό της γυναίκας στον οίκο της σε παρελθούσες εποχές, όπως επίσης στη διαφορετική θέση που εξακολουθεί να έχει το κάθε φύλο στην κοινωνία και στις διαφορετικές απαιτήσεις των ρόλων που καλούνται να αναλάβουν στη σημερινή κοινωνία.
- Περνώντας τώρα στην εξέταση της ψυχο-εγκληματολογικής ουσίας των ανθρωποκτονιών που διαπράττει η «Φόνισσα», ως κεντρική ηρωίδα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο ομώνυμο μυθιστόρημα, το πρωταρχικό συμπέρασμα αφορά στη στενή σχέση της μυθιστορίας με την πραγματικότητα. Αυτή ακριβώς η σχέση αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι η εγκληματική δράση της «Φόνισσας», μολονότι συνιστά μια ακραία και ιδιόμορφη περίπτωση, εμφανίζει πολλά κοινά σημεία -και μάλιστα εξέχουσας σημασίας- με πραγματικές ψυχο-εγκληματικές μορφές που συναντάμε στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας. Η παραπάνω σύνδεση ερμηνεύεται κατά κύριο λόγο βάσει της διαχρονικής ισχύος των αιτιών και των παραγόντων που επιδρούν με τρόπο καταλυτικό στην ψυχοσύνθεση της «Φόνισσας» και την οδηγούν στην εγκληματική της δράση.
- Η υπόθεση της «Φόνισσας» αποτελεί ένα δυνατό παράδειγμα, ακόμα και στο πλαίσιο διδασκαλίας εγκληματολογικών μαθημάτων σε ακαδημαϊκό επίπεδο, για να αναλυθούν σημαντικές πτυχές και καίριες διαστάσεις πολλών ζητημάτων που αφορούν το σύνολο της κοινωνίας και είναι φλέγοντα.
- Αξίζει να εστιάσουμε στην πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων και να εξετάσουμε τις αρνητικές επιδράσεις που μπορούν να ασκήσουν οι δυσλειτουργικές σχέσεις στα μέλη μιας οικογένειας, οδηγώντας ακόμα και στην υιοθέτηση αποκλινουσών και παραβατικών συμπεριφορών.
- Τέλος, ένα πολύ σημαντικό σημείο σύνδεσης που εντόπισα ανάμεσα στη «Φόνισσα» και σε πραγματικές υποθέσεις γυναικών που προέβησαν στη διάπραξη εγκλημάτων σε βάρος παιδιών ήταν ότι οι γυναίκες αυτές βρίσκονταν πολύ κοντά στα παιδιά. Είτε εργάζονταν με παιδιά, είτε τα φρόντιζαν και τα είχαν υπό την επίβλεψή τους. Συνεπώς περνούσαν πολύ χρόνο μαζί τους, στοιχείο που αναδεικνύει την κρισιμότητα της ευαισθητοποίησης και της αφύπνισης σχετικά με τον έλεγχο της καταλληλότητας των ατόμων που εργάζονται με παιδιά ή/και επιβλέπουν παιδιά.
Συνοψίζοντας, τα εγκλήματα σε βάρος παιδιών προκαλούν δικαιολογημένα τον κοινωνικό αποτροπιασμό. Είναι σαφές πως η ανηλικότητα πρέπει να τεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός μας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα νέα δεδομένα και οι αυξανόμενες προκλήσεις καθιστούν επιτακτική την ανάγκη λήψης ουσιαστικών μέτρων. Η οργανωμένη Πολιτεία και οι αρμόδιοι φορείς οφείλουν να διασφαλίσουν ένα αποτελεσματικό δίχτυ προστασίας για τα ανήλικα άτομα που μεγαλώνουν σε ακατάλληλα και δυσλειτουργικά περιβάλλοντα, στο πλαίσιο των οποίων τόσο η σωματική τους ακεραιότητα όσο και η ψυχική τους υγεία απειλούνται. Το κρίσιμο σημείο στο οποίο οφείλουμε να στρέψουμε την προσοχή μας είναι το πώς θα αποτρέψουμε την ατιμωρησία δραστών, κυρίως όταν πρόκειται για πρόσωπα του στενού οικογενειακού ή κοινωνικού περιβάλλοντος των παιδιών. Δυστυχώς, έχουμε δει περιπτώσεις, οι οποίες αναλύονται και στο βιβλίο, όπου αντίστοιχες εγκληματικές συμπεριφορές συνεχίστηκαν ανενόχλητα επί μήνες ή και χρόνια, χωρίς να υπάρξει έγκαιρη αντίδραση, παρά τα προειδοποιητικά σημάδια. Η ενημέρωση, η αφύπνιση και η ευαισθητοποίηση της κοινωνίας, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της πρόληψης, της έγκαιρης παρέμβασης και της ουσιαστικής στελέχωσης των αρμόδιων υπηρεσιών, αποτελούν βασικούς πυλώνες για την αποτελεσματική αντιμετώπιση και, κυρίως, την πρόληψη τέτοιων ειδεχθών εγκλημάτων.
[1] Άρθρο 303 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019) – Παιδοκτονία | Νομοθεσία | Lawspot
Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 9-7-2025.
[2] Παπαγαθονίκου Θ. «Η αδιαχώριστη φύση της αγάπης και του μίσους» που δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο Ο Κλόουν | Πολιτική, φιλοσοφία, κοινωνία, σάτιρα, αίρεση, σκεπτικισμός (o-klooun.com) στις 23-1- 2019. «URL: Η αδιαχώριστη φύση της αγάπης και του μίσους Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 9-7-2025.
[3] Καρδαρά Α. «Η αδιαχώριστη φύση της αγάπης και του μίσους και η παιδοκτόνος μητέρα» στο Postmodern – Making multiplechoices στις 11-1-2021. URL: Η αδιαχώριστη φύση της αγάπης και του μίσους και η παιδοκτόνος μητέρα – Postmodern. Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 9-7-2025.
[4] Καρδαρά Α. (2023) Έγκλημα & Γυναίκα. Αθήνα: Παπαζήσης, σσ 96-99.
[5] West SG. An overview of filicide. Psychiatry (Edgmont). 2007 Feb;4(2):48-57. PMID: 20805899; PMCID: PMC2922347.
[6] Hatters Friedman S, Resnick PJ. Child murder by mothers: patterns and prevention. World Psychiatry. 2007 Oct;6(3):137-41. PMID: 18188430; PMCID: PMC2174580.
[7] Ό.π.
[8] Καρδαρά Α. (2025) Εγκλήματα κατά της Ζωής και η Εγκληματική Δράση της Serial Killer «Φόνισσας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Αθήνα: Παπαζήσης, σσ. 233-236.
[9] Βλ. και σχετικό άρθρο της γράφουσας στον ιστότοπο propago στις 4-7-2025. URL: Το έγκλημα στη μυθοπλασία και η σκιαγράφηση της «Φόνισσας» του Αλέξανδρου Παπαδιάμαντη – propago.gr Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 9-7-2025.