Διατροφικές διαταραχές στην εφηβεία: Η έγκαιρη αναγνώριση και η εξειδικευμένη παρέμβαση μπορούν να σώσουν ζωές

Οι διατροφικές διαταραχές στην εφηβική ηλικία αποτελούν ένα σύνθετο ζήτημα δημόσιας υγείας, με σοβαρές επιπτώσεις στη σωματική αλλά και στην ψυχική υγεία των εφήβων, καθώς και στην ανάπτυξή τους. Η έγκαιρη αναγνώριση των πρώτων ενδείξεων, η έγκυρη ενημέρωση και η άμεση πρόσβαση σε εξειδικευμένη υποστήριξη μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την κλινική πορεία των εν λόγω διαταραχών, ακόμα και να αποδειχθούν σωτήριες σε ορισμένες περιπτώσεις. 

Ωστόσο, παρατηρούμε ότι παρά την εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης και τη δυνατότητα εκτενέστερης ενημέρωσης, οι διατροφικές διαταραχές εξακολουθούν, ως έναν βαθμό τουλάχιστον, να περιβάλλονται από μύθους, παρανοήσεις και κοινωνικό στίγμα. Είναι, επομένως, σημαντικό να εστιάσουμε ακόμα περισσότερο στην αφύπνιση και την ευαισθητοποίηση γονέων, εκπαιδευτικών, δημοσιογράφων και νέων για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας έφηβος/μια έφηβη. Είναι, επίσης, αναγκαίο να γίνει κατανοητό ότι πρόκειται για πολυπαραγοντικές διαταραχές, οι οποίες δεν αφορούν μόνο τη λήψη τροφής ή το σωματικό βάρος, αλλά συνδέονται με πολύπλοκους βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες, γεγονός που καθιστά ακόμα πιο σύνθετη την προσέγγισή τους. 

Στη συνέντευξη που μου παραχώρησε η Κλινική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια CBTACTMSc Διασυνδετική Ψυχιατρική, Κατερίνα Ζούζουλα, αναλύονται οι συχνότερες μορφές των διατροφικών διαταραχών στην εφηβεία, οι παράγοντες που σχετίζονται με την εμφάνισή τους και τα προειδοποιητικά σημάδια που δεν πρέπει να παραβλέπουν οι γονείς, ώστε η διάγνωση να γίνεται έγκαιρα και αντίστοιχα οι κατάλληλες παρεμβάσεις να πραγματοποιούνται χωρίς καθυστέρηση. Παράλληλα, αναδεικνύεται ο καθοριστικός ρόλος της οικογένειας και του σχολείου στην πρόληψη και την έγκαιρη παρέμβαση, ενώ ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη συσχέτιση των διατροφικών διαταραχών με τον αυτοκτονικό ιδεασμό, καθώς και στις δυνατότητες θεραπείας, ανάρρωσης και πρόληψης των υποτροπών. Στόχος μας, μέσα από αυτήν τη συζήτηση, είναι η ενημέρωση ενός ευρύτερου κοινού και ταυτόχρονα η υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε διατροφική διαταραχή βρίσκεται ένας έφηβος/μια έφηβη που χρειάζεται  αποδοχή κατανόηση και ουσιαστική υποστήριξη. 

Η Κατερίνα Ζούζουλα είναι Κλινική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια με Άδεια Ασκήσεως Επαγγέλματος . Είναι αριστούχος του Τμήματος Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και κάτοχος του Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης με τίτλο «Διασυνδετική Ψυχιατρική: Απαρτιωμένη Φροντίδα Σωματικής και Ψυχικής Υγείας» της Ιατρικής Σχολής Αθηνών. 

Είναι πιστοποιημένη Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεύτρια μέσω του Προγράμματος Εξειδίκευσης στη Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (CBT) του Κέντρου Εφαρμοσμένης Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής, με πιστοποίηση βάσει των κριτηρίων της Academy ofCognitive Therapy και της European Association for Cognitive-Behavioral Therapies. Επιπλέον, είναι εκπαιδευμένη και πιστοποιημένη στη Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (ACT) και στη Θεραπεία Εστιασμένη στη Συμπόνια (CFT). 

Η επαγγελματική της πορεία περιλαμβάνει εκτεταμένη κλινική εμπειρία και δράση σε ενήλικους πληθυσμούς και εφήβους. Πραγματοποίησε την πρακτική της άσκηση στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο «Αττικόν» και στη συνέχεια συνεργάστηκε για τρία συναπτά έτη με τη Β’ Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών, συμμετέχοντας σε διεπιστημονικές κλινικές επισκέψεις ενώ κατά το παρελθόν έχει δραστηριοποιηθεί εθελοντικά στο Εξειδικευμένο Κέντρο Ατόμων με ΔΑΦ «Ηλίανθος», παρέχοντας παρεμβάσεις σε παιδιά και εφήβους με σοβαρές μορφές αυτισμού και νοητικής υστέρησης. 

Επί του παρόντος, εργάζεται ιδιωτικά διατηρώντας συνεχή δέσμευση στην επιστημονική κατάρτιση μέσω εκπαιδεύσεων και συστηματικής εποπτείας.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Κυρία Ζούζουλα, ποιες είναι οι συχνότερες μορφές διατροφικών διαταραχών που αντιμετωπίζει ο έφηβος πληθυσμός στη χώρα μας και ποια είναι η συχνότητά τους;

Οι μορφές διατροφικών διαταραχών που συναντώνται συχνότερα στον έφηβο πληθυσμό είναι η ψυχογενής ανορεξία, η ψυχογενής βουλιμία και η διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας. Συχνές είναι επίσης οι άτυπες ή άλλες προσδιορισμένες μορφές, όπως η άτυπη ψυχογενής ανορεξία, στις οποίες υπάρχουν σοβαρά συμπτώματα χωρίς να πληρούνται όλα τα κριτήρια μιας συγκεκριμένης διάγνωσης.

Για την ακριβή συχνότητα κάθε μορφής στη χώρα μας δεν διαθέτουμε επαρκή και πρόσφατα πανελλαδικά δεδομένα. Οι περισσότερες ελληνικές μελέτες έχουν εξετάσει κυρίως διαταραγμένες διατροφικές στάσεις ή ενδείξεις αυξημένου κινδύνου και όχι επιβεβαιωμένες κλινικές διαγνώσεις. Σε επιμέρους σχολικές έρευνες, περίπου το 10% έως 17% των εφήβων παρουσίασε τέτοιες ενδείξεις, ενώ σε άλλες μελέτες έχουν καταγραφεί και υψηλότερα ποσοστά, ανάλογα με το δείγμα και το εργαλείο αξιολόγησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι αυτοί οι έφηβοι πάσχουν από κάποια διατροφική διαταραχή, αλλά ότι τα ευρήματα υποδηλώνουν την ανάγκη περαιτέρω κλινικής αξιολόγησης.

  • Παρατηρούνται διαφοροποιήσεις ως προς την εμφάνιση και τα χαρακτηριστικά των διατροφικών διαταραχών μεταξύ αγοριών και κοριτσιών; Συνήθως σε ποια ηλικία ξεκινούν οι εν λόγω διαταραχές και πώς εξελίσσονται;

Είναι αλήθεια πως εντοπίζονται σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ αγοριών και κοριτσιών, τόσο στη συχνότητα όσο και στον τρόπο εκδήλωσης των διατροφικών διαταραχών. Η ψυχογενής ανορεξία και η ψυχογενής βουλιμία διαγιγνώσκονται συχνότερα στα κορίτσια. Ωστόσο, τα ποσοστά στα αγόρια ενδέχεται να υποεκτιμώνται, καθώς συχνά δυσκολεύονται να ζητήσουν βοήθεια λόγω του κοινωνικού στερεοτύπου.

Στα κορίτσια συχνά κυριαρχεί η επιθυμία απώλειας βάρους και η επιδίωξη ενός πολύ λεπτού σώματος, με συμπεριφορές όπως ο έντονος περιορισμός της τροφής, οι εμετοί ή η χρήση καθαρτικών. Στα αγόρια, αντίθετα, η ανησυχία μπορεί να επικεντρώνεται περισσότερο στην αύξηση της μυϊκής μάζας και στη γράμμωση, μέσα από αυστηρές διατροφές, υπερβολική άσκηση και έντονη ενασχόληση με τη γυμναστική. Αυτή η διαφορετική εικόνα μπορεί να δυσκολεύει την έγκαιρη αναγνώριση της διαταραχής.

Οι διατροφικές διαταραχές εμφανίζονται κυρίως στην εφηβεία και τη νεαρή ενήλικη ζωή, αν και πλέον παρατηρούνται και σε παιδιά κάτω των 12 ετών. Η ανορεξία συνήθως ξεκινά νωρίτερα, ενώ η βουλιμία και η υπερφαγία εμφανίζονται συχνά αργότερα. Η πορεία τους διαφέρει και μπορεί να περιλαμβάνει πλήρη ανάρρωση αλλά και υποτροπές, γι’ αυτό η έγκαιρη παρέμβαση είναι καθοριστική.

  • Μπορούμε να σκιαγραφήσουμε το προφίλ των ανηλίκων που εμφανίζουν διατροφικές διαταραχές και να εξετάσουμε τους λόγους για τους οποίους ένα ανήλικο άτομο μπορεί να αναπτύξει μια διατροφική διαταραχή;

Δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο «προφίλ» εφήβου που εμφανίζει διατροφική διαταραχή. Πρόκειται για πολυπαραγοντικές διαταραχές, οι οποίες μπορούν να εμφανιστούν σε εφήβους κάθε φύλου, σωματικού βάρους και κοινωνικού ή οικογενειακού περιβάλλοντος.Οι διατροφικές διαταραχές συνήθως αναπτύσσονται μέσα από την αλληλεπίδραση βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Σε αυτούς μπορεί να περιλαμβάνονται η γενετική προδιάθεση, οι ορμονικές και σωματικές αλλαγές της εφηβείας, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, ορισμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας, η έντονη τελειοθηρία, η ανάγκη για έλεγχο, το άγχος ή η καταθλιπτική διάθεση.

Παράλληλα, επιβαρυντικά μπορεί να λειτουργήσουν ο σχολικός εκφοβισμός, τα επικριτικά σχόλια για το σώμα, τα μη ρεαλιστικά πρότυπα εμφάνισης που προβάλλονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και οικογενειακές σχέσεις που χαρακτηρίζονται από έντονη κριτική, πίεση ή υπερβολικές απαιτήσεις.

Επομένως, δεν αναζητούμε μία μοναδική αιτία ούτε έναν «υπεύθυνο». Προσπαθούμε να κατανοήσουμε τη σύνθετη πραγματικότητα και τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε εφήβου, ώστε να του προσφέρουμε έγκαιρα την κατάλληλη υποστήριξη.

  • Ποια είναι τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια που θα πρέπει να κινητοποιήσουν τους γονείς, ώστε να αντιληφθούν ότι το παιδί τους ενδέχεται να αντιμετωπίζει μια διατροφική διαταραχή;

Οι διατροφικές διαταραχές συχνά «μιλούν» μέσα από αλλαγές στη συμπεριφορά, στην ψυχολογία και στο σώμα του εφήβου. Οι γονείς χρειάζεται να κινητοποιηθούν όταν παρατηρούν επίμονες, έντονες ή συνδυαστικές αλλαγές σε ένα ή περισσότερα από αυτά τα επίπεδα.

Πρώτον, στη συμπεριφορά γύρω από το φαγητό, όπως η αποφυγή των οικογενειακών γευμάτων με δικαιολογίες του τύπου «έφαγα έξω», ο ξαφνικός αποκλεισμός τροφών ή ολόκληρων διατροφικών ομάδων, οι αυστηροί κανόνες γύρω από το φαγητό, η υπερβολική άσκηση ή οι συχνές επισκέψεις στην τουαλέτα μετά τα γεύματα.

Δεύτερον, στην ψυχολογία και στην εικόνα σώματος, όπως η έντονη δυσαρέσκεια για την εμφάνιση, η επίμονη ενασχόληση με τις θερμίδες, το βάρος ή το σχήμα του σώματος, το συχνό ζύγισμα, η επιλογή υπερβολικά φαρδιών ρούχων, το αυξημένο άγχος, η ευερεθιστότητα ή η κοινωνική απόσυρση.

Τρίτον, στο σώμα, όπως αιφνίδιες ή σημαντικές μεταβολές στο βάρος ή στην πορεία ανάπτυξης, έντονη κόπωση, ζάλη, τάση για λιποθυμία, αίσθημα κρύου, καθώς και διαταραχές ή διακοπή της εμμήνου ρύσεως στα κορίτσια. 

Οι γονείς δεν χρειάζεται να περιμένουν μια εμφανή απώλεια βάρους για να ανησυχήσουν. Όταν τέτοιες αλλαγές επιμένουν, εντείνονται ή εμφανίζονται συνδυαστικά, είναι σημαντικό να ζητείται έγκαιρα αξιολόγηση από κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία υγείας.

  • Έχετε μελετήσει, σε επιστημονικό επίπεδο, τη συσχέτιση των διατροφικών διαταραχών με τον αυτοκτονικό ιδεασμό και την αυτοκτονικότητα. Θα μας μιλήσετε γι’ αυτήν τη συσχέτιση στον ανήλικο πληθυσμό και για το πώς μπορεί να προληφθεί;

Πράγματι, η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι οι έφηβοι με διατροφικές διαταραχές παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικού ιδεασμού, αυτοτραυματισμού και απόπειρας αυτοκτονίας.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι τα ευρήματα πρόσφατης μελέτης των Akgül και συνεργατών, η οποία αξιολόγησε αναδρομικά δεδομένα 398 εφήβων κατά τη διάγνωση της διατροφικής τους διαταραχής. Περίπου ένας στους τρεις ανέφερε αυτοκτονικό ιδεασμό, ένας στους δέκα είχε ιστορικό απόπειρας αυτοκτονίας, ενώ περίπου το 15% ανέφερε αυτοτραυματισμό.

Τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στους εφήβους με ψυχογενή βουλιμία. Ο αυτοκτονικός ιδεασμός ήταν 2,3 φορές συχνότερος στη βουλιμία σε σύγκριση με την ψυχογενή ανορεξία, γεγονός που ενδέχεται να συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την αυξημένη παρορμητικότητα και τις δυσκολίες στη ρύθμιση του συναισθήματος που συχνά συναντώνται στη συγκεκριμένη διαταραχή. Παράλληλα, οι απόπειρες αυτοκτονίας καταγράφηκαν περίπου δύο φορές συχνότερα, χωρίς όμως η συγκεκριμένη διαφορά να είναι στατιστικά σημαντική. Αυξημένη κλινική επαγρύπνηση χρειάζεται και στον υπερφαγικό–καθαρτικό τύπο της ψυχογενούς ανορεξίας.

Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν πόσο σημαντικό είναι, ήδη από την πρώτη αξιολόγηση ενός εφήβου με διατροφική διαταραχή, να διερευνώνται άμεσα, ανοιχτά και χωρίς επικριτική διάθεση οι πιθανές αυτοκτονικές σκέψεις, τυχόν προηγούμενες απόπειρες και οι αυτοτραυματικές συμπεριφορές. Η πρόληψη βασίζεται στην έγκαιρη αναγνώριση του κινδύνου, στη συντονισμένη φροντίδα από ειδικούς ψυχικής και σωματικής υγείας και στην ενεργή συμμετοχή της οικογένειας, ώστε ο έφηβος να λάβει έγκαιρα την κατάλληλη προστασία και υποστήριξη.

  • Πώς θα πρέπει να διαχειριστούν οι γονείς τη διατροφική διαταραχή του παιδιού τους και ποια λάθη είναι σημαντικό να αποφύγουν;

Οι γονείς χρειάζεται να αντιμετωπίσουν τη διατροφική διαταραχή με ηρεμία, κατανόηση και σταθερότητα, αναγνωρίζοντας ότι δεν πρόκειται για επιλογή, ιδιοτροπία ή «πείσμα» του εφήβου. Είναι σημαντικό να αναζητήσουν έγκαιρα τη βοήθεια μιας εξειδικευμένης διεπιστημονικής ομάδας, να συνεργάζονται με τους ειδικούς και να συμμετέχουν ενεργά στη θεραπεία, καθώς η οικογένεια μπορεί να αποτελέσει έναν πολύ σημαντικό υποστηρικτικό παράγοντα στην πορεία της ανάρρωσης. 

Χρειάζεται να αποφεύγουν τις κατηγορίες, τις απειλές, τις συγκρίσεις, καθώς και τα επικριτικά ή ενοχοποιητικά σχόλια για το βάρος, την εμφάνιση και το φαγητό. Παράλληλα, είναι σημαντικό να ακολουθούν την καθοδήγηση της θεραπευτικής ομάδας ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα υποστηρίζουν τα γεύματα και τη διατροφική αποκατάσταση.

Το ουσιαστικό είναι να δείξουν στον έφηβο ότι στέκονται μαζί του απέναντι στη διαταραχή και όχι απέναντι στον ίδιο.

  • Πώς θα μπορούσε να ενισχυθεί, στη σύγχρονη εποχή, ο ρόλος του σχολείου τόσο στην πρόληψη των διατροφικών διαταραχών όσο και στην έγκαιρη αναγνώριση και παρέμβαση;

Το σχολείο δεν αποτελεί μόνο χώρο μάθησης, αλλά και ένα σημαντικό δίχτυ ασφαλείας για την ψυχική υγεία του εφήβου. Μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην πρόληψη μέσα από συστηματικά προγράμματα αγωγής υγείας, ενημερωτικές δράσεις και βιωματικά εργαστήρια που ενισχύουν την αυτοεκτίμηση, την αποδοχή του σώματος και την κριτική στάση απέναντι στα μη ρεαλιστικά πρότυπα ομορφιάς που προβάλλονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Παράλληλα, σχετική ενημέρωση μπορεί να ενταχθεί σε ήδη υπάρχοντα μαθήματα, όπως η Βιολογία και η Φυσική Αγωγή, ώστε οι έφηβοι να κατανοούν καλύτερα τις αλλαγές του σώματος στην εφηβεία, τις πραγματικές ανάγκες του οργανισμού και τη σημασία της φροντίδας του σώματος, με έμφαση στην υγεία και όχι στο βάρος ή στην εμφάνιση.

Εξίσου σημαντική είναι η κατάλληλη εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, ώστε να μπορούν να αναγνωρίζουν έγκαιρα αλλαγές στη συμπεριφορά, στις διατροφικές συνήθειες, στη σχολική επίδοση ή στη διάθεση ενός μαθητή, χωρίς να επιχειρούν οι ίδιοι να θέσουν διάγνωση. Χρειάζεται επίσης να γνωρίζουν πώς να προσεγγίσουν τον έφηβο με ευαισθησία, εχεμύθεια και χωρίς επικριτική διάθεση.

Καθοριστική είναι ακόμη η παρουσία σχολικού ψυχολόγου, η ύπαρξη ενός σαφούς πρωτοκόλλου αναγνώρισης, διαχείρισης και παραπομπής, καθώς και η στενή συνεργασία του σχολείου με την οικογένεια και τους αρμόδιους ειδικούς. Χρήσιμες μπορούν να είναι και ενημερωτικές συναντήσεις για τους γονείς, ώστε να αναγνωρίζουν έγκαιρα τις ενδείξεις και να γνωρίζουν πού μπορούν να απευθυνθούν.

Έτσι, το σχολείο δεν λειτουργεί μόνο ως χώρος ενημέρωσης, αλλά ως ένα περιβάλλον που μπορεί να αναγνωρίσει έγκαιρα μια δυσκολία, να μειώσει το στίγμα και να βοηθήσει τον έφηβο να ζητήσει υποστήριξη.

  • Μπορεί ένας έφηβος/μια έφηβη να ξεπεράσει μια διατροφική διαταραχή και να την αντιμετωπίσει εκ νέου στην ενήλικη ζωή; Ποια σημεία απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να προληφθεί μια πιθανή υποτροπή;

Ναι, ένας έφηβος μπορεί να αναρρώσει πλήρως από μια διατροφική διαταραχή και να έχει μια υγιή και λειτουργική ζωή. Ωστόσο, σε ορισμένους ανθρώπους μπορεί να παραμένει μια ευαλωτότητα και, αργότερα, περίοδοι έντονου άγχους ή σημαντικές αλλαγές, όπως οι σπουδές, η επαγγελματική πίεση ή ένας χωρισμός, να λειτουργήσουν ως πυροδοτικοί παράγοντες, επαναφέροντας παλιούς τρόπους διαχείρισης της δυσφορίας μέσα από το φαγητό, το σώμα ή την άσκηση.

Η υποτροπή μπορεί να αρχίσει πριν γίνει ορατή στο πιάτο, με την επιστροφή επίμονων σκέψεων γύρω από το βάρος, το φαγητό και την εικόνα σώματος. Προειδοποιητικά σημάδια μπορεί να αποτελούν η επανεμφάνιση του περιορισμού της τροφής, η αποφυγή γευμάτων, η υπερβολική άσκηση, τα επεισόδια υπερφαγίας ή κάθαρσης και η έντονη ενασχόληση με το σώμα και την εμφάνιση. Σύγχρονη συστηματική ανασκόπηση επισημαίνει ότι οι ψυχολογικές δυσκολίες και οι διαταραγμένες σκέψεις μπορεί να επιμένουν ή να επανεμφανίζονται πριν γίνουν εμφανείς οι συμπεριφορικές αλλαγές. 

Η τακτική παρακολούθηση για όσο διάστημα κρίνεται απαραίτητο, η ύπαρξη ενός σαφούς σχεδίου πρόληψης της υποτροπής και η έγκαιρη αναζήτηση βοήθειας με την εμφάνιση των πρώτων ενδείξεων μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην προστασία της ανάρρωσης.

  • Πώς αντιδρά συνήθως η οικογένεια όταν ένας έφηβος/μια έφηβη διαγιγνώσκεται με διατροφική διαταραχή και πώς μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό παράγοντα στήριξης στην πορεία της θεραπείας;

Η διάγνωση μιας διατροφικής διαταραχής στην εφηβεία μπορεί να αποτελέσει μια έντονη δοκιμασία για ολόκληρη την οικογένεια και να κλονίσει τις ισορροπίες του σπιτιού. Οι γονείς συχνά βιώνουν έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις, που μπορεί να περιλαμβάνουν σοκ, άρνηση, ενοχή, θυμό και φόβο, αλλά και τάσεις υπερπροστασίας ή υπερβολικού ελέγχου.

Είναι σημαντικό, όμως, να μην αναζητούν έναν «ένοχο» ούτε να κατηγορούν το παιδί ή τον εαυτό τους. Σύγχρονες θεραπευτικές προσεγγίσεις, όπως η Θεραπεία Εστιασμένη στην Οικογένεια (Family-Based Treatment), δεν ενοχοποιούν ούτε παραμερίζουν τους γονείς, αλλά τους ενδυναμώνουν και τους δίνουν έναν ενεργό και ουσιαστικό ρόλο στην πορεία της ανάρρωσης.

Μέσα από τη συνεργασία με τους ειδικούς, την ενεργή συμμετοχή στη θεραπεία και τη δημιουργία ενός σταθερού και ασφαλούς περιβάλλοντος, η οικογένεια μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο σύμμαχο. Το σημαντικότερο είναι οι γονείς να στέκονται δίπλα στο παιδί, αναγνωρίζοντας ότι δεν ταυτίζεται με τη διαταραχή του, αλλά είναι ένας νέος άνθρωπος που χρειάζεται κατανόηση, φροντίδα και σταθερή στήριξη.

  • Ποιος είναι ο ρόλος του συγγενικού και φιλικού περιβάλλοντος στην υποστήριξη ενός εφήβου ή μιας έφηβης με διατροφική διαταραχή; Τι χρειάζεται να προσέχουν και ποιες φράσεις ή συμπεριφορές θα πρέπει να αποφεύγουν;

Το συγγενικό και φιλικό περιβάλλον μπορεί να αποτελέσει ένα πολύτιμο δίχτυ στήριξης, προσφέροντας αποδοχή, σταθερότητα και χώρο στον έφηβο να μιλήσει χωρίς τον φόβο ότι θα κριθεί. Είναι σημαντικό οι άνθρωποί του να συνεχίζουν να τον βλέπουν πέρα από τη διαταραχή, να ενδιαφέρονται ουσιαστικά για το πώς νιώθει και να στηρίζουν τη συνέχιση της θεραπευτικής του πορείας.

Χρειάζεται να αποφεύγονται η πίεση, η κριτική και η «αστυνόμευση» του φαγητού εκτός του θεραπευτικού πλάνου, καθώς και τα σχόλια για το σώμα, το βάρος ή την εμφάνιση, ακόμη και όταν γίνονται με καλή πρόθεση. Φράσεις όπως «φάε για χάρη μου, δεν είναι τόσο δύσκολο», «δεν φαίνεσαι άρρωστος» ή «τώρα δείχνεις καλύτερα» μπορεί να κάνουν τον έφηβο να αισθανθεί ότι η δυσκολία του δεν γίνεται πραγματικά κατανοητή.

Το σημαντικότερο είναι να νιώθει ότι οι άνθρωποί του παραμένουν δίπλα του, χωρίς να τον ταυτίζουν με τη διαταραχή του.

  • Ολοκληρώνοντας την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτησή μας, θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας μια περίπτωση εφήβου που έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη σας από την επαγγελματική σας πορεία. Τι αποκομίσατε από αυτή την εμπειρία και ποιο μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους γονείς και στους ίδιους τους νέους/τις νέες που αντιμετωπίζουν μια διατροφική διαταραχή;

Χωρίς, φυσικά, να αναφερθώ σε στοιχεία που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την ταυτότητά της, θυμάμαι μια έφηβη παγιδευμένη σε έναν αδιάκοπο εσωτερικό μονόλογο γύρω από τις θερμίδες, απομονωμένη από το κοινωνικό της περιβάλλον και σε έναν διαρκή πόλεμο με τους γονείς της πάνω από το πιάτο. Πίσω, όμως, από τη δυσκολία της με το φαγητό υπήρχαν πολύς φόβος, έντονη πίεση και μια βαθιά ανάγκη να νιώσει ότι κάποιος τη βλέπει και την καταλαβαίνει πραγματικά.

Αυτό που με συγκίνησε περισσότερο ήταν η στιγμή που άρχισε να νιώθει ότι δεν ήταν πια μόνη απέναντι σε όλο αυτό και μπόρεσε, σιγά σιγά, να εμπιστευτεί τη θεραπευτική διαδικασία. Εξίσου καθοριστική ήταν η αλλαγή στη στάση των γονιών της, οι οποίοι μέσα από τη θεραπεία έμαθαν να απομακρύνονται από την πίεση, τον θυμό και τη σύγκρουση και να στέκονται δίπλα της με μια κοινή, ήρεμη και σταθερή στάση. Όταν ένιωσε ότι δεν είχε απέναντί της τους γονείς της, αλλά τους είχε στο πλευρό της, άρχισε σταδιακά να αλλάζει και η πορεία της θεραπείας.

Από αυτή την εμπειρία κράτησα ότι πίσω από κάθε διατροφική διαταραχή υπάρχει ένας άνθρωπος που υποφέρει και ότι πίσω από τη δυσκολία με το σώμα και το φαγητό συχνά υπάρχουν συναισθήματα και ανάγκες που δεν έχουν ακόμη βρει τον τρόπο να εκφραστούν με λόγια.

Στους γονείς θα έλεγα να παραμείνουν κοντά στο παιδί τους, καθώς η ανάρρωση από μια διατροφική διαταραχή είναι συχνά ένας μακρύς δρόμος με διακυμάνσεις. Η σταθερή παρουσία, η υπομονή, η σωστή ενημέρωση και η ψυχολογική στήριξη των ίδιων των γονέων είναι απαραίτητα εφόδια, ώστε η οικογένεια να μπορέσει να διαχειριστεί τις δυσκολίες της φροντίδας και να στηρίξει τον έφηβο με ασφάλεια στην πορεία προς την ανάρρωση.

Και στους ίδιους τους εφήβους θα ήθελα να πω πως δεν είναι μόνοι και πως δεν είναι η διαταραχή τους. Υπάρχει ένα ολόκληρο κομμάτι του εαυτού τους, πέρα από το σώμα και το φαγητό, που ζητά να ακουστεί και να φροντιστεί. Η ανάρρωση είναι εφικτή, ακόμη κι αν σήμερα μοιάζει δύσκολη ή πολύ μακρινή, και αξίζει να ζητήσουν τη βοήθεια που χρειάζονται. 

Κυρία Καρδαρά, σας ευχαριστώ θερμά για τη ζεστή φιλοξενία και την όμορφη, ουσιαστική και εποικοδομητική συζήτησή μας! Εύχομαι μέσα από αυτήν να ενημερωθεί και να ευαισθητοποιηθεί περισσότερος κόσμος στη χώρα μας γύρω από ένα τόσο σοβαρό και σημαντικό ζήτημα που αφορά τους εφήβους μας.

To Newsletter του Propago

Λάβετε την ανάλυση της ημέρας στο email σας