H βία κατά γυναικών και κοριτσιών σε διεθνές επίπεδο αποτελεί ένα πολύ σοβαρό κοινωνικό φαινόμενο, με σύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις. Τόσο στο πλαίσιο των ερευνητικών μας προσεγγίσεων όσο και στο πλαίσιο της αρθρογραφίας έχουμε επιχειρήσει να αναδείξουμε κρίσιμες πτυχές του φαινομένου και να φωτίσουμε σκοτεινά σημεία του. Στο πρόσφατο άρθρο μας στον ιστότοπο propago, υπό τον τίτλο Εσωτερικευμένη Ενοχή και Σιωπή Γυναικών Θυμάτων Ενδοοικογενειακής Βίας: Τα «γιατί» μιας τραυματικής διαδρομής[1], εξετάσαμε αναλυτικά τους παράγοντες εκείνους που κρατούν γυναίκες εγκλωβισμένες -ακόμα και για χρόνια- σε κακοποιητικές σχέσεις.
Στο παρόν άρθρο θα εστιάσουμε στη βία σε συντροφικές σχέσεις εφήβων, αναλύοντας τα κομβικά σημεία της συγκλονιστικής μαρτυρίας μιας νεαρής -σήμερα- γυναίκας, θύματος βίας στην πρώτη της συντροφική σχέση στην εφηβεία. Δεδομένου ότι η εφηβική περίοδος αποτελεί κρίσιμο στάδιο για τη συγκρότηση της ταυτότητας των εφήβων και τη διαμόρφωση των διαπροσωπικών τους σχέσεων, μπορούμε να κατανοήσουμε βαθύτερα γιατί οι πρώτες συναισθηματικές τους δεσμεύσεις συχνά είναι έντονες και καθοριστικές για την πορεία της ζωής τους. Όταν σε αυτές τις σχέσεις ο έφηβος/η έφηβη υφίσταται βία και κακοποίηση, το ψυχικό τραύμα που δημιουργείται μπορεί να επηρεάσει μακροπρόθεσμα νευραλγικούς τομείς της ζωής του, καθώς και τη σωματική και την ψυχική του υγεία. Είναι μάλιστα άξιο επισημάνσεως ότι μελετητές του φαινομένου της βίας στις συντροφικές σχέσεις εφήβων χαρακτηρίζουν ως έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους για τη ζωή του εφήβου αυτήν ακριβώς τη βία και ως ένα κοινωνικό πρόβλημα με «σιωπηλή» επιδημιολογία.
Οι ορισμοί της βίας στις συντροφικές σχέσεις ποικίλλουν, αλλά τυπικά χρησιμοποιείται ένας ευρύτερος ορισμός που περιλαμβάνει συγκεκριμένες καταχρηστικές συμπεριφορές, όπως η σωματική, η σεξουαλική και η συναισθηματική/ψυχολογική βία. Η μελέτη του φαινομένου στη σημερινή εποχή περιλαμβάνει ασφαλώς και νέες μορφές βίαιων συμπεριφορές, όπως είναι η επαναλαμβανόμενη ανεπιθύμητη/με κακόβουλη πρόθεση παρακολούθηση (stalking), η επαναλαμβανόμενη ανεπιθύμητη ηλεκτρονική παρακολούθηση (cyberstalking), oεκφοβισμός μέσω διαδικτύου (cyberbullying), η επιθετικότητα στη σχέση (relational aggression) και άλλες μορφές.
Μελέτες σε εθνικό και διεθνές επίπεδο αποτυπώνουν τη σοβαρότητα του ζητήματος. Σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα (2003) στην οποία συμμετείχαν 486 Ελληνίδες έφηβες (15-21 ετών) το 61.5% ανέφερε ότι είχε υποστεί κάποια μορφή βίας μεταξύ ερωτικών συντρόφων, σωματική, ψυχολογική ή σεξουαλική, είτε στην τωρινή είτε σε προηγούμενη σχέση της. Το 35.2% είχε υπάρξει θύμα σωματικής κακοποίησης και το 37.9% είχε υπάρξει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Σύμφωνα με μια, μεγάλης κλίμακας, διακρατική έρευνα (2008), με δείγμα 1850 κορίτσια (18-24 ετών) από την Ελλάδα, την Κύπρο, τη Μάλτα, τη Λιθουανία και τη Λετονία, ένα ποσοστό 10-16% των συμμετεχουσών ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της ερωτικής σχέσης είχε υποστεί κάποιας μορφής ανεπιθύμητη σεξουαλική εμπειρία συμπεριλαμβανομένου του βιασμού ή της απόπειρας βιασμού. Τα παραπάνω δεδομένα καθιστούν επιτακτική την ανάγκη εκπαίδευσης της νέας γενιάς, όπως και τη χάραξη πολιτικών και παρεμβάσεων στη σχολική κοινότητα και ευρύτερα στην κοινωνία[2], δεδομένου ότι η βία στις συντροφικές σχέσεις εφήβων έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις σε νευραλγικούς τομείς της ζωής και δράσης της ανηλικότητας. Ωστόσο, διαπιστώνουμε ότι το φαινόμενο δεν έχει λάβει την ορατότητα που θα έπρεπε, με αποτέλεσμα να παραμένουν αθέατες σημαντικές όψεις και διαστάσεις του, οι οποίες θεωρούμε ότι είναι αναγκαίο να φωτιστούν και να αναδειχθούν, με κατεύθυνση την ενίσχυση της πρόληψης.
Ανησυχητικά είναι και τα στοιχεία πρόσφατης μελέτης, που σκιαγραφούν την εικόνα σε διεθνές επίπεδο. Ειδικότερα, όπως αναδεικνύει ανάλυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) η οποία δημοσιεύθηκε το έτος 2024 στο περιοδικό The Lancet Child & Adolescent Health, σχεδόν ένα τέταρτο (24%), δηλαδή σχεδόν 19 εκατομμύρια, μεταξύ των εφήβων κοριτσιών που έχουν υπάρξει σε σχέση, θα έχουν βιώσει σωματική και/ή σεξουαλική βία από ερωτικό σύντροφο μέχρι να φτάσουν στην ηλικία των 20 ετών. Σχεδόν 1 στα 6 (16%) βίωσε αντίστοιχη βία μέσα στον τελευταίο χρόνο δημοσίευσης της εν λόγω μελέτης. Όπως εμφατικά επισημαίνεται, η βία από σύντροφο μπορεί να έχει καταστροφικές επιπτώσεις στην υγεία των νέων ανθρώπων, στις σχολικές τους επιδόσεις, στις μελλοντικές τους σχέσεις και στις προοπτικές τους σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Από ιατρική σκοπιά, αυξάνει την πιθανότητα τραυματισμών, κατάθλιψης, αγχωδών διαταραχών, ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων και πολλών άλλων σωματικών και ψυχολογικών προβλημάτων.[3]
Είναι βέβαια σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι η βία στις συντροφικές σχέσεις αφορά και κορίτσια και αγόρια και ότι δεν πρέπει να αποτελεί ταμπού για τα αγόρια η αναζήτηση βοήθειας ή η αναφορά ενός βιώματος κακοποίησης. Καταδικάζουμε τη βία σε κάθε έκφανση και μορφή της και στο παρόν άρθρο, με επίκεντρο τη μαρτυρία, θέτουμε έναν διττό στόχο: πρώτον, να δώσουμε το έναυσμα για προβληματισμό τόσο σε κορίτσια και νεαρές γυναίκες που ίσως αναγνωρίσουν στην εν λόγω μαρτυρία στιγμές, εικόνες ή συναισθήματα που οι ίδιες βιώνουν ή έχουν βιώσει σε σχέσεις τους όσο και να αφυπνίσουμε γονείς εφήβων και δεύτερον, να αναδείξουμε τη σημασία της εκπαίδευσης της νέας γενιάς σε ζητήματα έμφυλης βίας, καθώς και την ανάγκη ενίσχυσης της πρόληψης και της έγκαιρης παρέμβασης για την προστασία συνανθρώπων μας που βρίσκονται σε κίνδυνο μέσα στη σχέση τους.
«Η πρώτη φορά δεν ήταν ποτέ η τελευταία» είναι ο τίτλος της μαρτυρίας της νεαρής γυναίκας που κατέθεσε το βίωμά της στο βιβλίο της γράφουσας “Έγκλημα & Γυναίκα”[4]. Ειδικότερα, με βάση αποσπάσματα της εν λόγω μαρτυρίας που δημοσιεύουμε στο παρόν άρθρο, επικεντρώνουμε το ερευνητικό μας ενδιαφέρον στο πώς ξεκίνησε η γνωριμία και πώς εξελίχθηκε, πώς κλιμακώθηκε η βία, πώς έγινε η προσπάθεια επιβολής ελέγχου και απομόνωσης του θύματος από το οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον, αλλά και η προσπάθεια αποπροσανατολισμού από σημαντικούς στόχους και όνειρα ζωής. Διαπιστώνουμε πως μια σχέση που στην ευαίσθητη περίοδο της εφηβείας μπορεί -φαινομενικά- να ξεκινήσει όμορφα και ρομαντικά δύναται να καταλήξει εφιαλτική και στο σημείο αυτό θέλουμε να στείλουμε ένα πολύ δυνατό μήνυμα σε έφηβες και έφηβους που ξεκινούν τις πρώτες τους συντροφικές σχέσεις: ότι η αγάπη δεν πονάει και ότι σε μια σχέση είναι σημαντικό να είναι χαρούμενα και τα δύο μέλη. Όταν το ένα μέλος πιέζεται, καταπιέζεται, δεν περνά ευχάριστα, αισθάνεται δυσφορία και φόβο, σίγουρα η κατάσταση είναι προβληματική και δεν πρέπει να συνεχιστεί.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ:
H γνωριμία: «Στα τέλη του Γυμνασίου γνώρισα τον πρώτο μου έρωτα, ένα αγόρι περίπου δύο χρόνια μεγαλύτερό μου. Τότε ήταν της μόδας να βγαίνουμε στην παραλία της πόλης. Παρασκευή βράδυ, λίγο πριν από τις εξετάσεις, περπατούσα με τις φίλες μου και πέρασε από δίπλα μου, κοιταχτήκαμε πολύ έντονα και έτσι κάπως δέχθηκα το αίτημα φιλίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κάπως έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μας. Ανταλλάσσαμε μηνύματα όλη μέρα και περίπου δύο εβδομάδες μετά ήρθε και το πρώτο ραντεβού. Ήταν έρωτας κεραυνοβόλος και μια μεγάλη ‘έκρηξη’ ανάμεσα σε δύο
εντελώς διαφορετικούς κόσμους».
Το προφίλ: «Το αγόρι ήταν ένας μαθητής με πολύ χαμηλές σχολικές επιδόσεις, πήγαινε σε επαγγελματικό Λύκειο, παλαιότερα έκλεβε με την παρέα του, κάπνιζε και συχνά έκανε χρήση χασίς, είχε θέματα με την οικογένειά του, καθώς ο πατέρας του εργαζόταν όλη την ημέρα και η μητέρα του από την άλλη ήταν όλη την ημέρα μπροστά στον υπολογιστή χωρίς να δίνει σημασία στα παιδιά της. Εγώ από την άλλη ήμουν μαθήτρια του 18, μεγαλωμένη με τις καλύτερες συνθήκες, στο ιδανικό θα έλεγα οικογενειακό περιβάλλον, με σταθερές φίλες από το Δημοτικό και διάφορα ενδιαφέροντα».
Οι πρώτοι μήνες της σχέσης: «Τους πρώτους μήνες η σχέση ήταν ρόδινη, δεν διαφωνούσαμε σε τίποτα και ήμασταν αγαπημένοι. Η αλήθεια είναι πως είχα αντιληφθεί το δυσλειτουργικό οικογενειακό του περιβάλλον, διότι η μητέρα του ήταν εντελώς απορροφημένη σε διαδικτυακά παιχνίδια και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το ψυγείο στο σπίτι τους ήταν πάντοτε άδειο και το αγόρι δεν πήγαινε συχνά σχολείο χωρίς να έχει κάποια επίπληξη από τους γονείς του, πράγμα που τότε μου φαινόταν αδιανόητο».
Η ζήλια: «Οι πρώτοι μήνες περνούσαν με μικρά σκηνικά ζήλιας. Μια ημέρα φόρεσα κολάν στο σχολείο με μια στενή μπλούζα και μου είχε πει να αλλάξω. Θυμάμαι επίσης πως, όταν ήθελα να βγω με τις φίλες μου, μου γκρίνιαζε γιατί ήθελε να περάσουμε χρόνο μαζί. Τα περιστατικά ζήλιας ωστόσο τον πρώτο χρόνο νόμιζα πως ήταν ελεγχόμενα. Κάπως έτσι ο καιρός πέρασε και κλείσαμε δύο χρόνια μαζί, η αλήθεια είναι πως οι επιδόσεις μου στο σχολείο άρχισαν να πέφτουν, οι γονείς μου άρχισαν να έχουν παράπονα. Το ίδιο και οι φίλες μου, ξαφνικά ο κόσμος περιστρεφόταν μονάχα γύρω από εκείνον. Οι μόνες ώρες που δεν ήμουν μαζί του ήταν όταν πήγαινα στο σχολείο και στις εξωσχολικές μου δραστηριότητες, όπως στον χορό και στα αγγλικά».
Η επιβολή ελέγχου: «Στο Λύκειο άλλαξα σχολείο, εκεί ξεκίνησε η τοξική ζήλια, ερχόταν κάθε μέρα να με πάρει με την πρόφαση ότι δεν με βλέπει αρκετά, επιστρέφαμε μαζί στο σπίτι και το απόγευμα ερχόταν ξανά να με πάει στο φροντιστήριο. Τότε, όχι, δεν είχα κατανοήσει πως όλο αυτό ήταν ένας ξεκάθαρος έλεγχος. Τα βράδια κοιμόμουν σπίτι του και έλεγα ψέματα στους γονείς μου πως κοιμόμουν στις φίλες μου».
Η απαίτηση να έχει πρόσβαση στις διαδικτυακές συνομιλίες: « Στα μέσα της Δευτέρας Λυκείου ξεκίνησα να κάνω φίλους στο νέο μου σχολείο, η παρέα μας περιλάμβανε και αγόρια, εκείνος ζήλευε έναν συγκεκριμένο. Θεωρούσε πως μιλάω μαζί του μέσω κοινωνικών δικτύων και πως φλερτάρουμε, οπότε απαίτησε να του δώσω τον κωδικό μου για να έχει πρόσβαση στις συνομιλίες μου. Για να αποφύγω τον καβγά, του τον έδωσα. Κάπου εκεί ξεκίνησε να επεμβαίνει ακόμη περισσότερο, ακόμη και στο τι συζητάω με τις φίλες μου, δεν με άφηνε να πάω σε κλαμπ, ενώ εκείνος έβγαινε κανονικά, μου έλεγε πως οι φίλες μου ψάχνονται για αγόρια και το ίδιο κάνω κι εγώ και κάθε μέρα καβγαδίζαμε. Ήταν πάντοτε νευρικός στους καβγάδες μας. Στην αρχή χτυπούσε τους τοίχους και τα έπιπλα και αρκετές φορές τα χέρια του μεταξύ τους. Εγώ φοβόμουν, ωστόσο πίστευα πως ποτέ δεν θα μου κάνει κακό».
Η σωματική βία: «Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και ήρθε η πρόταση του σχολείου για
την καθιερωμένη τριήμερη, ήθελα πολύ να πάω. Έτσι την ίδια μέρα βρεθήκαμε σπίτι του για να του το πω, εκείνος θύμωσε, άρχισε να μου φωνάζει να μου λέει πως, αν πάω, σημαίνει ότι ψάχνομαι για ερωτική επαφή και διάφορα τέτοια χυδαία σχόλια. Όσο φώναζε, εγώ δυνάμωνα, δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ έτσι· του είπα ‘ό,τι και να πεις, εγώ στην εκδρομή θα πάω’. Με έπιασε από τα μπράτσα, με κόλλησε στον τοίχο,
άρχισε να με πιέζει, εγώ του έλεγα ‘άσε με, με πονάς, τι κάνεις;’ κι εκείνος συνέχιζε να ασκεί δύναμη στα χέρια μου, του φώναξα ‘άσε με να φύγω΄, σήκωσα το χέρι μου και του έσπρωξα το μάγουλο και τότε μου έριξε χαστούκι. Πάγωσα, θόλωσα και έβαλα τα κλάματα».
Οι υποσχέσεις που δεν κράτησε: «Ακολούθησαν χιλιάδες κλήσεις για μια εβδομάδα, δεν σήκωνα το τηλέφωνο, δεν είχα πει τίποτα στις φίλες μου και στους γονείς μου για το περιστατικό και έτσι το πισωγύρισμα ήταν αναμενόμενο. Ερχόταν κάθε μέρα από το
σχολείο μου, από το φροντιστήριο και με παρακαλούσε, εγώ όμως τον
αγνοούσα, μέχρι που ξεκίνησα να κατηγορώ τον εαυτό μου για όλη την
ανασφάλεια που κουβαλούσε. Μετά από λίγες ημέρες τα βρήκαμε. Μου ζήτησε συγγνώμη και είπε πως δεν θα το ξανακάνει ποτέ, εκείνη τη νύχτα τον πίστεψα φαινόταν
μετανιωμένος».
Η έκρηξη των βίαιων περιστατικών και η σιωπή που γεννούσε ο φόβος: «Μια εβδομάδα όμως μετά είχαμε έναν καβγά σε μια βόλτα μας και μου έριξε αγκωνιά στα πλευρά, την δέχτηκα, η αγκωνιά
γύρισε πάλι σε ένα ακόμη χαστούκι και το χαστούκι μετατράπηκε σε μελανιές. Από εκεί που χτυπούσε τα έπιπλα, χτυπούσε εμένα. Συχνά με έπιανε από το σβέρκο όταν μαλώναμε και με μελάνιαζε. Τα μαλλιά μου τα είχα πάντα κάτω, όμως μια μέρα στο σχολείο ζεστάθηκα και τα έπιασα αλογοουρά, τότε η μελανιά στον λαιμό μου φάνηκε, την είδε η διπλανή μου και φρικαρισμένη με ρώτησε ‘ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ;’ εγώ γέλασα και της είπα πως με δάγκωσε ενώ παίζαμε».
Ο μεγάλος κίνδυνος: «Ένα βράδυ, πριν φύγω τριήμερη, πήγα στο σπίτι του. Λίγο πριν πάω προπόνηση για να τον χαιρετήσω, εκείνος είχε τόσο θυμό μέσα του, ο τρόπος που μου μιλούσε ήταν ξεκάθαρα ένας ψυχολογικός βιασμός. Τον φίλησα και έφυγα. Κατεβαίνοντας τις σκάλες, μου είπε ‘περίμενε, θα σε πάω εγώ στην προπόνηση’. Νόμιζα πως όλο αυτό του πέρασε και χιουμοριστικά τον ρώτησα ‘δεν έχεις πια νεύρα επειδή θα πάω στην εκδρομή;’, εκείνη τη στιγμή ένιωσα το πόδι του με δύναμη στη μέση μου, με έσπρωξε από τις σκάλες. Κι εγώ έπεσα πάνω στην πόρτα του ασανσέρ. Αποτέλεσμα αυτού ένα ατύχημα σοβαρό στο πόδι και αμέτρητα ψέματα για τις εξηγήσεις που έδωσα στους γονείς μου».
Η απόφαση για τον χωρισμό, οι απειλές και ο ατελείωτος ψυχολογικός πόλεμος: «Από εκείνο το βράδυ και μετά πήρα την απόφαση να χωρίσουμε, δεν με άφησε ποτέ, οι φωνές δυνάμωναν, ερχόταν τα βράδια κάτω από το σπίτι μου και μου έστελνε απειλητικά μηνύματα πως θα αυτοκτονήσει με τη μηχανή αν δεν κατέβω και έτσι μείναμε μαζί. Εγώ πια τον φοβόμουν, κάθε φορά που ήμουν μαζί του έτρεμα. Σε ότι και να μου έλεγε, έλεγα ‘ναι’. Ένας ατελείωτος ψυχολογικός πόλεμος που σταματούσε μόνο τα καλοκαίρια όπου και έφευγε».
Η απαξίωση πριν από τις κρίσιμες εξετάσεις των πανελληνίων: «Λίγες ημέρες πριν δώσω πανελλήνιες είχαμε έναν μεγάλο καβγά για την επιλογή των σπουδών μου. Μου είπε πως θα αποτύχω, πως είμαι άχρηστη, πως και να χωρίσουμε δεν θα βρω κανέναν που να με προστατεύει τόσο όσο εκείνος, μου έλεγε πως είμαι [υβριστικός χαρακτηρισμός] επειδή φοράω σορτσάκια, πως έχω γελοίο χαρακτήρα, πως είμαι χαζή και αδύναμη. Ό καβγάς έγινε από μηνύματα, διήρκησε 5 ώρες και κάπου εκεί συνειδητοποίησα πόσο κακό έχω κάνει στον εαυτό μου με την επιλογή μου να μείνω κοντά του τόσο καιρό -συνολικά 3,5 χρόνια-.». .
Το τέλος: «Αυτό για μένα ήταν το τέλος, το οποίο και δεν ειπώθηκε ποτέ από κοντά, τον μπλόκαρα από παντού και εξαφανίστηκα. Εκείνος ερχόταν και πάλι κάτω από το σπίτι μου, από το σχολείο αλλά εγώ δεν του έδινα σημασία, έφευγα με την παρέα μου και δεν του άφηνα περιθώριο για να έρθει να μου μιλήσει. Εκείνες τις μέρες συζητούσα με τις φίλες μου και τους γονείς μου για το πόσο με είχε αλλάξει η σχέση μας. Έκλαιγα όλη μέρα πάνω από τα βιβλία μου με λυγμούς. Αλλά δεν ήθελα να γυρίσω πίσω σε αυτόν».
Η αυτο-ενοχοποίηση: «Όταν είσαι θύμα, θεωρείς πως είσαι ο μόνος που φέρεις την ευθύνη, κατηγορείς τον εαυτό σου για τα πάντα, δικαιολογείς τα χαστούκια, τις προσβολές, τον χειρισμό και κυρίως γιατί για μεγάλο χρονικό διάστημα υπάρχουν έντονα συναισθήματα απέναντι στον θύτη σου, αισθάνεσαι πως, αν τον χάσεις, χάνεις και τη γη κάτω από τα πόδια σου. Αργείς να φύγεις, γιατί είσαι αδύναμη, κάθε ίχνος δυναμισμού που είχες έχει πια εξαλειφθεί. Στο έχει ‘ρουφήξει’.. Αισθάνεσαι ο πιο άσχημος και άχρηστος άνθρωπος στον κόσμο. Δεν θέλεις να μιλήσεις σε κανέναν τότε, γιατί στην πραγματικότητα θέλεις να προστατεύσεις τον θύτη σου και ταυτόχρονα φοβάσαι για το πόσο κακό θα σου κάνει ακόμη».
Το τραύμα της θυματοποίησης: «Από αυτή την ιστορία μου έμειναν αρκετά τραύματα, δεν εμπιστεύομαι και δεν αφήνομαι, αν κάποιος φέρει το χέρι του κοντά στο πρόσωπό μου εγώ θα κάνω πίσω. Για εμένα ήταν μια κόλαση.
Για όσους ρωτούν ‘γιατί τώρα;’: Για εκείνους που ρωτάτε γιατί μίλησε τώρα. Ή απάντηση κρίνεται από το πόσο χρόνο μας πήρε να κλείσουμε το τραύμα και να αποφορτιστούμε. Και πιστέψτε με, θέλει πολύ χρόνο, ενδεχομένως να μην το ξεπεράσουμε και ποτέ. Αλλά ποτέ δεν θα είναι αργά να φύγουμε από αυτή την κατάσταση».
Το μήνυμα δύναμης στα κορίτσια που μπορεί να βιώνουν τη βία στη συντροφική τους σχέση: «Στις κοπέλες που τώρα είναι σε αυτήν τη φάση θα ήθελα να πω να μιλήσουν σε εκείνα τα άτομα που εμπιστεύονται, να φύγουν και να ξέρουν πως για τίποτα δεν φταίνε εκείνες».
Το μήνυμα στην ευρύτερη κοινωνία: «Οφείλουμε ως κοινωνία να προστατέψουμε τις γυναίκες, γιατί αύριο μπορεί να ξυπνήσουμε και να μην είναι δίπλα μας. Σταματήστε να ρωτάτε ‘γιατί το έκανε τώρα;’ σε κάθε τέτοια ερώτηση υποβάλλεται το θύμα να περνά ξανά το ίδιο κολαστήριο».
Αναλύοντας τη συγκλονιστική αυτή μαρτυρία, καταλήγουμε σε ορισμένες σημαντικές διαπιστώσεις:
- Κατ’ αρχάς αναδεικνύεται το μοτίβο της κλιμάκωσης της βίας που παρατηρείται συχνά σε κακοποιητικές σχέσεις. Η βία σπάνια ξεκινά ξαφνικά, μετά από κάποιο συγκεκριμένο γεγονός που την πυροδοτεί. Στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται από τους πρώτους κιόλας μήνες της σχέσης. Αρχικά μπορεί να εκδηλώνεται με καλυμμένους τρόπους, δήθεν ως εκδήλωση «ενδιαφέροντος» ή ως «ανάγκη για περισσότερο χρόνο μαζί». Αυτά όμως είναι τα πρώτα σημάδια συναισθηματικού ελέγχου και συνήθως ακολουθεί η άσκηση λεκτικής και ψυχολογικής βίας και μετά η άσκηση σωματικής ή/και σεξουαλικής βίας. Σε μια σχέση μπορεί να συνυπάρχουν όλες οι μορφές βίας ή κάποιες από αυτές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κλιμάκωση είναι ξεκάθαρη: από μικρές παρεμβάσεις στον τρόπο ντυσίματος, στις παρέες και στον ελεύθερο χρόνο, μέχρι την πλήρη επιβολή ελέγχου, τις απειλές, τον εκφοβισμό και τελικά τη σωματική επίθεση. Η πορεία αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί μια συστηματική στρατηγική επιβολής και εξουσίας, όπου κάθε επόμενο βήμα γίνεται ευκολότερο για τον δράστη και δυσκολότερο να αναγνωριστεί και να αντιμετωπιστεί από το θύμα.
- Κατά δεύτερον, αναδύεται η συνήθης πρακτική των κακοποιητών να απομακρύνουν σταδιακά το θύμα από το οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον, ώστε να μπορούν να του ασκούν απόλυτο έλεγχο. Η σταδιακή απομόνωση της νεαρής κοπέλας από το υποστηρικτικό της περιβάλλον φαίνεται ξεκάθαρα από τη μαρτυρία της. Ο έλεγχος της καθημερινότητάς της -ποιος τη συνοδεύει, πού πάει, με ποιον μιλάει- οδηγεί σε μια σταδιακή απόσταση από τις παρέες της αλλά και από την οικογένειά της. Η εφηβεία όμως είναι μια περίοδος όπου η κοινωνική και οικογενειακή δικτύωση αποτελεί ισχυρό προστατευτικό παράγοντα, επομένως, όταν αυτή αποδυναμώνεται, η έφηβη χάνει τα «σημεία αναφοράς» της, μειώνεται η αυτοπεποίθησή της και αυξάνεται ο ψυχολογικός δεσμός με τον κακοποιητικό σύντροφο.
- Κατά τρίτον, διαπιστώνεται η προσπάθεια πλήρους απαξίωσης του δράστη προς το θύμα, ο οποίος μέσα από τη λεκτική και ψυχολογική βία επιχειρεί να το αποδυναμώσει. Η συνεχής υποτίμηση από τον δράστη έχει έναν ξεκάθαρο στόχο: να μειώσει την αυτοεκτίμηση της έφηβης, ώστε να πιστέψει ότι δεν αξίζει καλύτερη συμπεριφορά. Η διαδικασία αυτή συχνά οδηγεί σε έναν ψυχολογικό εγκλωβισμό, μια συναισθηματική αιχμαλωσία, με αποτέλεσμα το θύμα να παραμένει ακόμα και για χρόνια στην κακοποιητική σχέση. Εν προκειμένω, η κοπέλα έμεινε 3, 5 ολόκληρα χρόνια.
- Κατά τέταρτον, αποκαλύπτεται ένας ακόμη κρίσιμος μηχανισμός που συναντάται συστηματικά στις κακοποιητικές σχέσεις: ο φαύλος κύκλος των υποσχέσεων για «αλλαγή». Μετά από κάθε επεισόδιο έντονης λεκτικής, ψυχολογικής ή σωματικής βίας, ο δράστης εμφανίζεται μεταμελημένος, ζητά συγγνώμη, κλαίει, υπόσχεται ότι «ήταν η τελευταία φορά» και ότι «δεν θα το ξανακάνει». Η φαινομενική αυτή μεταμέλεια δεν αποτελεί πραγματική αλλαγή, αλλά μέρος της στρατηγικής ελέγχου και προσπάθειας επανασύνδεσης με το θύμα. Ωστόσο, όπως καταδεικνύει και η συγκεκριμένη μαρτυρία, οι υποσχέσεις αυτές σχεδόν ποτέ δεν τηρούνται. Αντίθετα, η βία όχι μόνο επανέρχεται, αλλά συνήθως κλιμακώνεται, ενώ η σχέση γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνη.
- Τέλος, μέσα από τη μαρτυρία αναδεικνύεται με σαφήνεια ο αρνητικός ρόλος του δυσλειτουργικού οικογενειακού περιβάλλοντος σε συμπεριφορές που μπορεί να υιοθετήσει ένας ανήλικος που μεγαλώνει σε αντίστοιχο περιβάλλον. Το προφίλ του συγκεκριμένου αγοριού καταδεικνύει αυτήν ακριβώς την παράμετρο: πατέρας που έλειπε όλη την ημέρα από το σπίτι, μητέρα αδιάφορη και προσκολλημένη στις οθόνες, κακές παρέες και πρώιμη εμπλοκή του νεαρού σε παραβατική δράση.
Παράλληλα, με βάση τη συγκεκριμένη μαρτυρία βλέπουμε ορισμένες κρίσιμες παγίδες στις οποίες μπορεί εύκολα να οδηγηθεί μια έφηβη, συχνά χωρίς να αντιλαμβάνεται το βάθος και τη σοβαρότητά τους. Οι παγίδες αυτές συνοψίζονται στα εξής σημεία:
• Η εξιδανίκευση της πρώτης συντροφικής σχέσης ακόμα κι όταν είναι δυσλειτουργική: Στην περίοδο της εφηβείας ο πρώτος δεσμός συχνά φορτίζεται με συναισθηματική ένταση, με υψηλές προσδοκίες και την πεποίθηση ότι αποτελεί κάτι «μοναδικό». Αυτή η συναισθηματική φόρτιση μπορεί να καταστήσει δυσδιάκριτα τα πρώιμα σημάδια ελέγχου ή επιθετικότητας και να ενισχύσει την ψευδαίσθηση ότι ένας βίαιος σύντροφος «θα αλλάξει» ή ότι «βαθιά μέσα του είναι άλλος άνθρωπος».
• Η σταδιακή κανονικοποίηση της βίας: Στις κακοποιητικές σχέσεις η βία εμφανίζεται προοδευτικά, αρχικά μέσω κάποιων «ξεσπασμάτων» ψυχολογικής ή λεκτικής επιθετικότητας που παρουσιάζονται ως «παρεξήγηση», «κακή στιγμή» ή ακόμα και ως «ένδειξη ενδιαφέροντος». Αντίστοιχα, η σωματική βία μπορεί να εμφανιστεί αρχικά με ένα χτύπημα του χεριού στο τραπέζι, με ένα σπρώξιμο και ένα χαστούκι (που είναι εξίσου μη ανεκτές συμπεριφορές) και να κορυφωθεί με ξυλοδαρμούς ή/και άσκηση σεξουαλικής βίας. Όταν αυτά τα πρώιμα επεισόδια δεν αναγνωρίζονται ως δυσλειτουργικές συμπεριφορές, δημιουργείται σταδιακά ανοχή από το θύμα. Η επαναλαμβανόμενη εμπειρία μειώνει το υποκειμενικό αίσθημα κινδύνου και καθιστά τη βία λιγότερο αιφνίδια ή απροσδόκητη. Η συνεχής έκθεση οδηγεί στην ομαλοποίηση της κακοποιητικής συμπεριφοράς, η οποία γίνεται σταδιακά «συνηθισμένο» στοιχείο της σχέσης, δυσχεραίνοντας την απόφαση του θύματος για απομάκρυνση από την κακοποιητική σχέση και αναζήτηση βοήθειας.
• Η λανθασμένη «ανάγνωση» πρώιμων σημαδιών ως απόδειξη ενδιαφέροντος: Πρέπει να καταστεί κατανοητό ότι η ζήλια που συνοδεύεται με ακρότητες, όπως απαγορεύσεις, ελέγχους, περιορισμούς ή πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα, δεν είναι σε καμία περίπτωση απόδειξη ενδιαφέροντος αλλά ξεκάθαρος μηχανισμός επιβολής. Η σύγχυση αυτή -ότι η κτητικότητα αποτελεί φροντίδα- οδηγεί πολλές έφηβες στην αποδοχή μορφών ελέγχου που παραβιάζουν την αξιοπρέπειά τους.
• Η αυτοενοχοποίηση: Καθώς η χειριστική συμπεριφορά του δράστη εντείνεται, το θύμα αρχίζει να αμφισβητεί τον εαυτό του και να αποδέχεται τις κατηγορίες που του αποδίδονται. Πιστεύει ότι «προκάλεσε» το επεισόδιο, ότι η δική του αντίδραση δεν ήταν «σωστή». Στην πορεία αυτής της επώδυνης διαδρομής θυματοποίησης, η έφηβη καταλήγει να θεωρεί τον εαυτό της υπεύθυνο για τις βίαιες εκρήξεις του συντρόφου της και να εγκλωβίζεται τελικά στην κακοποιητική σχέση, αναλαμβάνοντας το βάρος της ευθύνης για καταστάσεις για τις οποίες δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη.
• Ο φόβος της μοναξιάς και της κοινωνικής κριτικής: Πολλά κορίτσια αποφεύγουν να μιλήσουν, φοβούμενα την έκθεση ευαίσθητων προσωπικών τους δεδομένων, την άσκηση δριμείας κριτικής από ενήλικους, τον στιγματισμό, την περιθωριοποίηση από τις παρέες ομηλίκων ή ακόμα και τον χλευασμό και την αμφισβήτηση. Η σιωπή όμως λειτουργεί επιβαρυντικά, διότι απομονώνει το θύμα ακόμη περισσότερο και ενισχύει την αίσθησή του ότι έχει περιέλθει σε αδιέξοδο.
Συνοψίζοντας, κάθε συντροφική σχέση, ακόμα και στην περίοδο της εφηβείας, απαιτεί αμοιβαίο σεβασμό, ελευθερία κινήσεων, ασφαλή επικοινωνία και βέβαια την απουσία φόβου. Καμία μορφή ελέγχου, ταπείνωσης ή απειλής δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή ή ένδειξη αγάπης. Θα ολοκληρώσουμε το παρόν άρθρο με δύο σημαντικά μηνύματα.
Ένα δυνατό μήνυμα προς γονείς εφήβων: Οι γονείς στη σημερινή εποχή, με τα νέα δεδομένα και τις αυξημένες προκλήσεις, καλούνται να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην πρόληψη της έμφυλης βίας ήδη από την εφηβεία. Ως εκ τούτου είναι απαραίτητο να δημιουργήσουν έγκαιρα ένα περιβάλλον ανοιχτής και ουσιαστικής επικοινωνίας με τα παιδιά τους, στο πλαίσιο του οποίου οι ανήλικοι θα αισθάνονται ασφάλεια να μιλήσουν χωρίς φόβο επίκρισης. Είναι εξίσου σημαντικό οι γονείς να είναι αφυπνισμένοι και να παρατηρούν αλλαγές στη συμπεριφορά, στην ψυχολογία, στις κοινωνικές επαφές, στις σχολικές επιδόσεις και γενικότερα στην καθημερινότητα ενός εφήβου. Στην υπό εξέταση υπόθεση τα σημάδια της κακοποίησης υπήρχαν: αλλαγές στη συμπεριφορά, ανησυχία, φόβος, προβληματισμός, μείωση της πολύ καλής σχολικής απόδοσης, απομάκρυνση από φίλους, έλλειψη ενδιαφέροντος για εξωσχολικές δραστηριότητες, κλείσιμο στον εαυτό. Είναι σαν η έφηβη να χάνει σταδιακά τον εαυτό της, την «ταυτότητά» της και αυτό είναι ένα σημείο που πρέπει να προβληματίσει τους γονείς για να δουν τι μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτές τις αλλαγές. Ταυτόχρονα, και τα σημάδια στο σώμα ήταν ορατά, όπως οι μελανιές, τις οποίες η έφηβη εντέχνως προσπαθούσε να καλύψει. Μακιγιάζ, πιασμένα μαλλιά, είναι τρόποι κάλυψης των σημαδιών και γι’ αυτοί οι γονείς πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση για συμπεριφορές που τους προβληματίζουν και δεν έχουν προφανή αιτιολόγηση.
Ένα δυνατό μήνυμα προς τις έφηβες: Το μήνυμα προς τις έφηβες θέλουμε να είναι ξεκάθαρο και μέσα από το παρόν άρθρο: καμία δεν φέρει ευθύνη για τη βία που υφίσταται και καμία μορφή βίας δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή.
Συμπερασματικά, η μαρτυρία της νεαρής γυναίκας αποτυπώνει με σαφήνεια την πορεία μιας κακοποιητικής σχέσης στην εφηβεία: από τον αρχικό ενθουσιασμό και τη ρομαντική σύνδεση έως τη σταδιακή μετατροπή της σε ένα περιβάλλον ελέγχου, φόβου και ψυχολογικού εγκλωβισμού. Η κακοποίηση σε μια πρώτη συντροφική σχέση συνήθως εξελίσσεται μέσω σταδιακής κλιμάκωσης, η οποία ξεκινά από συναισθηματικό έλεγχο, έντονη ζήλια και υποτίμηση και μπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογική, σε σωματική ή/και ψυχολογική βία. Οι συνέπειες είναι σοβαρές, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, επηρεάζοντας την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του εφήβου/της έφηβης. Είναι δεδομένο ότι η οικογένεια αποτελεί ένας από τους πιο ισχυρούς προστατευτικούς παράγοντες και γι’ αυτό είναι σημαντικό να παραμένει παρούσα και υποστηρικτική, να ενθαρρύνει το παιδί να διατηρήσει τα ενδιαφέροντά του και να του παρέχει κίνητρα για να είναι δημιουργικό. Τέλος, δίνουμε βαρύτητα στον καθοριστικής σημασίας ρόλο της εκπαίδευσης, ώστε οι έφηβοι/ες να μάθουν πώς να θέτουν όρια στις σχέσεις τους -τόσο στις φιλικές όσο και στις συντροφικές- και να κατανοούν βαθύτερα τη σημασία του αμοιβαίου σεβασμού.
[1] URL: Εσωτερικευμένη Ενοχή και Σιωπή Γυναικών Θυμάτων Ενδοοικογενειακής Βίας: Τα «γιατί» μιας τραυματικής διαδρομής – propago.gr
Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 24-10-2025.
[2] Παπακίτσου, Β. (2021). Μορφές Βίας στις Συντροφικές Σχέσεις των Εφήβων. Αθήνα: Εκδόσεις iWrite, σσ. 64-66, 80-81, 334.
[3] URL: Adolescent girls face alarming rates of intimate partner violence
Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 24-10-2025.
[4] Καρδαρά, Α. (2023). Έγκλημα και Γυναίκα: Επιστημονικός Λόγος και Μιντιακές Απεικονίσεις για την Εγκληματικότητα και τη Θυματοποίηση Γυναικών. Αθήνα: Παπαζήσης, σσ. 269-275.